Η Τεχεράνη, μέσω της Κύπρου, δοκιμάζει τη στρατηγική συνοχή της Ευρώπης.
Για χρόνια, το θεοκρατικό καθεστώς λειτουργούσε με προβολή ισχύος μέσω τρίτων παραγόντων (Χαμάς, Χεζμπολάχ, Χούθι), διαλείπουσα πυρηνική διαπραγμάτευση και εσωτερική καταπίεση. Αυτός ο συνδυασμός του επέτρεπε να αγοράζει χρόνο και να «πουλάει» τρομοκρατία.
Αυτοί οι παράγοντες βρίσκονται σε αποδρομή, ενώ το δίκτυο συμμαχιών που για χρόνια ενίσχυε την ιρανική επιρροή δείχνει σημάδια φθοράς. Τα περιφερειακά δίκτυα υποστήριξης δεν προβάλλουν πλέον την ίδια επεκτατική ικανότητα και ορισμένοι στρατηγικοί εταίροι (π.χ. Ρωσία, Κίνα) δεν προτίθενται να ανοίξουν μέτωπα με τη Δύση.
Η Ευρώπη, αντί να αναλύσει διεξοδικά τα νέα δεδομένα και εν συνεχεία να σχεδιάσει τη στρατηγική της, καταφεύγει σε γενικούς αφορισμούς –π.χ. «αποκλιμάκωση» κ.λπ.– που έχουν ξεπεραστεί από τα γεγονότα. Γιατί το μείζον δεν είναι αν η Ευρώπη θέλει αποκλιμάκωση –που όλοι επιθυμούν–, αλλά αν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τις βασικές αιτίες της έντασης και να αντιδράσει.
Οι απειλές κατά της Κύπρου συνιστούν απειλή κατά της Ευρώπης και απαιτούν στρατηγική συνοχή αντί συνθημάτων. Απαιτούν κατανόηση ότι η περιφερειακή σταθερότητα δεν διατηρείται όταν αγνοείται η δυναμική που τη διαβρώνει. Η ασάφεια μπορεί να είναι «χρήσιμη» σε ήρεμους καιρούς, αλλά άχρηστη σε καιρούς κρίσης.


