Ο Κώστας Αρβανίτης αποτελεί αναμφίβολα μία από τις πολυσυζητημένες και συχνά αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.

Η πορεία του, στενά συνδεδεμένη με την εμπιστοσύνη που του έδειξε προσωπικά ο Αλέξης Τσίπρας, τον κατέστησε γρήγορα ένα από τα λεγόμενα «πουλέν» της τότε ηγεσίας. Ως αιχμή του δόρατος στην επικοινωνιακή στρατηγική του πάλαι ποτέ κραταιού ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Αρβανίτης απολάμβανε την πλήρη στήριξη του προέδρου, μετατρέποντας τη δημοσιογραφική του εμπειρία σε πολιτικό όπλο πρώτης γραμμής.

Ωστόσο, αυτή η ταχεία ανέλιξη συνοδεύτηκε από μια σειρά δηλώσεων και ενεργειών που πολλοί πολιτικοί παρατηρητές χαρακτηρίζουν πλέον ως μνημείο πολιτικής αφροσύνης. Σημειώνεται ότι η τάση του να διολισθαίνει σε συνεχή ατοπήματα δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός, αλλά ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που εκθέτει ανεπανόρθωτα τόσο τον ίδιο όσο και τον πολιτικό του χώρο, ο οποίος συχνά δείχνει αμήχανος μπροστά στις κινήσεις του.

Σύμφωνα με πολιτικούς παρατηρητές, η ρητορική του ευρωβουλευτή συχνά ακροβατεί ανάμεσα στον λαϊκισμό και στην ακραία επιθετικότητα. Και αυτό γιατί, για τον κ. Αρβανίτη, η πολιτική αντιπαράθεση δεν φαίνεται να είναι διαδικασία ανταλλαγής επιχειρημάτων, αλλά αρένα, όπου ο «εχθρός» πρέπει να εξοντωθεί ηθικά και προσωπικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ακατανόητη επίθεση που είχε εξαπολύσει εναντίον του Αντώνη Σαμαρά, όταν ο λόγος του δεν περιορίστηκε σε σκληρή πολιτική κριτική, αλλά διολίσθησε σε προσωπικούς χαρακτηρισμούς και υποτιμητικές εκφράσεις που ξένισαν ακόμα και μετριοπαθή στελέχη της Αριστεράς.

Η προσπάθεια αποδόμησης ενός αντιπάλου μέσω ύβρεων αποκάλυψε μια πτυχή του χαρακτήρα του που φαίνεται να προτιμά τη σύγκρουση χαμηλού επιπέδου από την ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση.

Για άλλους παρατηρητές, στην προσπάθειά του να ικανοποιήσει ένα φανατισμένο ακροατήριο στα κοινωνικά δίκτυα, ο κ. Αρβανίτης ακολούθησε μια σκληρή γραμμή επιβεβαιώνοντας όσους υποστηρίζουν ότι η τοξικότητα είναι το μοναδικό του «καύσιμο» στην πολιτική σκηνή.

Ενα από τα πλέον σκοτεινά σημεία παραμένει η διαχείριση της υπόθεσης της «νεκρής Μαρίας» στον Εβρο. Ο ευρωβουλευτής πρωτοστάτησε στην υιοθέτηση ενός αφηγήματος που αποδείχθηκε εκ των υστέρων κατασκευασμένο και ενορχηστρωμένο από ξένα κέντρα, προκαλώντας σοβαρή ζημιά στη διεθνή εικόνα της χώρας.

Η σπουδή του να κατηγορήσει την ελληνική πολιτεία και τα Σώματα Ασφαλείας για εγκληματική αδιαφορία και «δολοφονίες» νηπίων, βασιζόμενος σε ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες και αμφίβολης εγκυρότητας δημοσιεύματα, θεωρήθηκε από πολλούς ως συνειδητή επιλογή εργαλειοποίησης του ανθρώπινου πόνου για μικροπολιτικά οφέλη.

Ακόμη και μετά την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας –ότι δηλαδή το περιστατικό ήταν ένα θλιβερό σκηνοθετημένο δράμα– η απουσία αυτοκριτικής από την πλευρά του ήταν παροιμιώδης. Η εμμονή σε μια στάση που θολώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και προπαγάνδας ενίσχυσε τις επικρίσεις περί πολιτικής ανευθυνότητας.

Με αφορμή το παραπάνω περιστατικό, δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστήριξαν ότι για έναν ευρωβουλευτή η προάσπιση των εθνικών συμφερόντων θα έπρεπε να είναι αυτονόητη, όμως στην περίπτωση Αρβανίτη η ανάγκη για «αντιπολιτευτική γυμναστική» φάνηκε να υπερέχει όλων.

Η ροπή του προς τις θεωρίες συνωμοσίας και τις «ψεκασμένες» αναγνώσεις της πραγματικότητας έγινε ακόμη πιο εμφανής στις πρόσφατες τοποθετήσεις του για το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών. Αντί για μια ειλικρινή, οδυνηρή αλλά απαραίτητη ανάλυση των δομικών αιτιών της συντριπτικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Αρβανίτης επέλεξε τον εύκολο δρόμο των «πειραγμένων» θεωριών. Αφησε σαφείς αιχμές για τον τρόπο διεξαγωγής της εκλογικής διαδικασίας και την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων, αμφισβητώντας εμμέσως τη λαϊκή ετυμηγορία. Αυτή η αμφισβήτηση δημοκρατικών διαδικασιών, ντυμένη με τον μανδύα της υποψίας για σκοτεινά κέντρα και αλλοιώσεις, θύμισε ρητορική ακραίων στοιχείων και ερμηνεύτηκε ως απέλπιδα προσπάθεια δημιουργίας εσωτερικού άλλοθι.

Για πολλούς, στόχος του ήταν να αποπροσανατολίσει τη βάση του κόμματός του από την ανάγκη για βαθιά ανανέωση και αυτοκριτική, μεταθέτοντας την ευθύνη σε εξωγενείς, «ύποπτους» παράγοντες. Η τακτική αυτή, ωστόσο, το μόνο που μπορεί να επιτύχει για όσους την υιοθετούν είναι να τους απομονώσει περαιτέρω από το σοβαρό πολιτικό γίγνεσθαι.

«Με το καλό στο 1%»

Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν άμεση. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας στον ευρωβουλευτή, σημείωσε με νόημα: «Εάν αυτή είναι η δικαιολογία του κ. Αρβανίτη για τις αλλεπάλληλες ήττες του κόμματός του και το γεγονός ότι βρίσκεται στο 3%, τότε… καλό 1%».

Συμπλήρωσε, μάλιστα, σε ιδιαίτερα αιχμηρό τόνο, πως «μάλλον μιλάμε για πειραγμένα μυαλά», κατηγορώντας τον κ. Αρβανίτη ότι χρησιμοποιεί συστηματικά συκοφαντίες, την ώρα που η Αριστερά φαίνεται να ακολουθεί την ίδια αδιέξοδη τακτική.

Η κυβερνητική απάντηση δεν ήταν απλώς αντεπίθεση, αλλά μια διαπίστωση ότι ο λόγος του κ. Αρβανίτη έχει πάψει προ πολλού να παράγει πολιτικό αποτέλεσμα, καταλήγοντας να λειτουργεί ως «χορηγός» των αντιπάλων του