Σε κρίσιμη κατάσταση, διασωληνωμένη και με εγκαύματα στα χέρια, νοσηλεύεται η Κρίστα Πάικ, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια εκτέλεσής της με θανατηφόρα ένεση στο Τενεσί.

Στην 50χρονη θανατοποινίτισσα χορηγήθηκαν δύο δόσεις πεντοβαρβιτάλης, χωρίς να επέλθει ο θάνατός της, ενώ οι δικηγόροι της καταγγέλλουν ότι οι αρμόδιοι αγνόησαν τις προειδοποιήσεις για την κατάσταση της υγείας της.

krista-paik.jpg

Η απόπειρα εκτέλεσης έγινε την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου, στις φυλακές υψίστης ασφαλείας Riverbend, στο Νάσβιλ. Μετά την αποτυχία της διαδικασίας, ο κυβερνήτης Μπιλ Λι ανέστειλε τις υπόλοιπες εκτελέσεις μέχρι το τέλος του έτους και ζήτησε να διερευνηθούν οι συνθήκες του περιστατικού.

Όπως γνωστοποίησαν την Παρασκευή  (2/10) οι συνήγοροί της, η Πάικ παραμένει χωρίς τις αισθήσεις της και αναπνέει με μηχανική υποστήριξη ενώ οι γιατροί προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της ουσίας και να την απομακρύνουν από τον οργανισμό της.

Σύμφωνα με τη δικαστική αίτηση της υπεράσπισης, κατά την άφιξή της στο νοσοκομείο και τα δύο χέρια της ήταν πρησμένα, με εγκαύματα και φουσκάλες. Οι δικηγόροι αποδίδουν τους τραυματισμούς στη διαρροή της πεντοβαρβιτάλης στους ιστούς κάτω από το δέρμα, αντί να διοχετευθεί σωστά στην κυκλοφορία του αίματος.

Προσφυγή των δικηγόρων

Η υπεράσπιση κατέθεσε επείγον αίτημα διατήρησης των αποδεικτικών στοιχείων, ζητώντας δικαστική εντολή προς το Τμήμα Σωφρονιστικών Υπηρεσιών του Τενεσί. Στόχος είναι να διαφυλαχθεί το υλικό που σχετίζεται με την αποτυχημένη εκτέλεση, ώστε να εξακριβωθεί τι συνέβη στον θάλαμο.

Οι συνήγοροι υποστηρίζουν ότι οι σωφρονιστικές αρχές είχαν ενημερωθεί για τις δυσκολίες τοποθέτησης ενδοφλέβιων γραμμών, λόγω των παθήσεων της κρατούμενης, αλλά προχώρησαν στη διαδικασία.

Στις προειδοποιήσεις της υπεράσπισης περιλαμβάνονταν οι μικρές φλέβες της Πάικ, η θρομβοκυττάρωση, δηλαδή ο αυξημένος αριθμός αιμοπεταλίων, και η διαταραχή μετατραυματικού στρες. Να σημειωθεί πως δικηγόροι της είχαν θέσει το ζήτημα των πιθανών επιπλοκών μήνες πριν από την προγραμματισμένη εκτέλεση.

Στην αίτησή τους καταγγέλλουν ότι κανένα μέλος της ομάδας εκτέλεσης «δεν αντιλήφθηκε ότι οι γραμμές ενδοφλέβιας χορήγησης δεν είχαν τοποθετηθεί σωστά ή ότι οι φλέβες είχαν σπάσει και η πεντοβαρβιτάλη εισχωρούσε —ολικώς ή μερικώς— στο σώμα της Πάικ»

Κατά την ίδια περιγραφή, οι μάρτυρες άκουγαν την κρατούμενη «να κλαίει (…) να αναπνέει βαριά σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας».

Η εν λόγω προσφυγή καταγράφει τις σοβαρές ιατρικές συνέπειες που, σύμφωνα με την υπεράσπιση, προκάλεσε η χορήγηση του φαρμάκου. Από την πλευρά της, η Σωφρονιστική Υπηρεσία του Τενεσί υποστηρίζει ότι ακολουθήθηκαν όλα τα βήματα του εγκεκριμένου πρωτοκόλλου εκτέλεσης.

Η πεντοβαρβιτάλη είναι το μοναδικό φάρμακο που χρησιμοποιεί η πολιτεία για τις εκτελέσεις με θανατηφόρα ένεση. Μετά τη χορήγησή της, η Πάικ στράφηκε προς τον πνευματικό της σύμβουλο και ανέφερε ότι αισθανόταν κάψιμο.

Παρότι περνούσε η ώρα, εξακολουθούσε να έχει τις αισθήσεις της. Σε κάποιο σημείο είπε ότι ένιωθε το χέρι της να «ετοιμάζεται να σκάσει».

Στις 7:46 μ.μ., οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι έκλεισαν τις κουρτίνες στο παράθυρο από το οποίο οι μάρτυρες παρακολουθούσαν την εκτέλεση. Τις άνοιξαν λίγα λεπτά αργότερα, όμως στις 8:05 μ.μ. τις έκλεισαν ξανά, διακόπτοντας οριστικά την οπτική πρόσβαση στον θάλαμο. Μετά τη χορήγηση και της δεύτερης δόσης, οι δικηγόροι υπέβαλαν επείγουσες αιτήσεις για τη διακοπή της διαδικασίας και την παροχή ιατρικής περίθαλψης. Επικαλέστηκαν το προβλεπόμενο όριο των δύο δόσεων πεντοβαρβιτάλης.

Πρόκειται για τη δεύτερη αποτυχημένη απόπειρα εκτέλεσης στο Τενεσί μέσα στο 2026. Το νέο περιστατικό οδήγησε τον κυβερνήτη στην αναστολή των εκτελέσεων μέχρι το τέλος της χρονιάς και στην απόφαση για διερεύνηση των αιτίων. Είχε προηγηθεί, στις 21 Μαΐου 2026, η προσπάθεια εκτέλεσης του Τόνι Καράδερς, ο οποίος είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία τριών ανθρώπων.

Σύμφωνα με την περιγραφή της προηγούμενης υπόθεσης, επί μία ώρα και 20 λεπτά η ομάδα αναζητούσε κατάλληλη φλέβα για τη χορήγηση του φαρμάκου. Κατάφερε να εξασφαλίσει μόνο ένα σημείο πρόσβασης, ενώ το πρωτόκολλο απαιτούσε και δεύτερο. Ακολούθησε τομή στο στήθος του κρατουμένου, με καταγγελίες ότι η αναισθησία δεν είχε δράσει.

Η διαδικασία διακόπηκε μετά τις φωνές και τις αντιδράσεις του από τον πόνο, ενώ η αδελφή του ανέφερε ότι στη συνέχεια υπέστη εγκεφαλικό. Επαγγελματίες υγείας είχαν ζητήσει από τον κυβερνήτη να σταματήσει τις εκτελέσεις. Υποστήριζαν ότι η εφαρμοζόμενη διαδικασία δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του νόμου και του πρωτοκόλλου, ούτε στην ανάγκη σεβασμού προς «τη στοιχειώδη ανθρώπινη αξιοπρέπεια». «Έχει υποστεί την πιο σκληρή τιμωρία»

Η υπόθεση της Κρίστα Πάικ αφορά τον βασανισμό και τη δολοφονία της 19χρονης Κολίν Σλέμερ, τον Ιανουάριο του 1995. Η Πάικ ήταν τότε 18 ετών, ενώ η θανατική ποινή της επιβλήθηκε το 1996, όταν ήταν 20. Νόξβιλ. Οι νεαρές συμμετείχαν στο πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης Job Corps. Εκεί, η 19χρονη βασανίστηκε και δολοφονήθηκε.

Οι δύο συνεργοί δεν καταδικάστηκαν σε θάνατο. Στον σύντροφο της Πάικ επιβλήθηκαν ισόβια, ενώ η φίλη της έλαβε ποινή με αναστολή, αφού συμφώνησε να καταθέσει εναντίον των άλλων δύο.

Η Πάικ θα γινόταν η πρώτη γυναίκα που εκτελείται στο Τενεσί έπειτα από περισσότερους από δύο αιώνες. Παράλληλα, θα ήταν το πρώτο πρόσωπο στη σύγχρονη περίοδο εφαρμογής της θανατικής ποινής στην πολιτεία που θα εκτελούνταν για έγκλημα το οποίο είχε διαπράξει ως έφηβη.

«Έχοντας υποστεί πάνω από 20 χρόνια κράτησης στην απομόνωση και μια ολοκληρωμένη απόπειρα θανάτωσής της με θανατηφόρα ένεση, η Κρίστα είναι το άτομο που έχει υποστεί την πιο σκληρή τιμωρία σε ολόκληρη την ιστορία της θανατικής ποινής στις Ηνωμένες Πολιτείες», υποστήριξε την Πέμπτη ο Ράντι Σπάιβι, ένας από τους δικηγόρους της.

Η υπεράσπισή της έχει επικαλεστεί επίσης το ιστορικό κακοποίησης κατά την παιδική της ηλικία, με αναφορές σε παραμέληση από τη μητέρα της, έκθεση σε χρήση ουσιών και σεξουαλική βία.