Οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών προειδοποιούν για κλιμάκωση των ρωσικών απειλών κατά στελεχών εταιρειών που εξοπλίζουν την Ουκρανία.
Η GRU φέρεται να αξιοποιεί δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος και να στρατολογεί συνεργούς έναντι αμοιβής. Ο στόχος δεν είναι μόνο η φυσική εξόντωση συγκεκριμένων προσώπων, αλλά και η δημιουργία ενός κλίματος φόβου που θα επηρεάσει τις αποφάσεις της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Η απειλή δεν περιορίζεται πλέον στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, στα δίκτυα ηλεκτροδότησης ή στις κυβερνοεπιθέσεις. Σύμφωνα με νέα προειδοποίηση ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών, στο επίκεντρο της ρωσικής δραστηριότητας βρίσκονται πλέον και οι άνθρωποι που διευθύνουν τις εταιρείες παραγωγής όπλων, πυρομαχικών και μη επανδρωμένων αεροσκαφών που στηρίζουν την άμυνα της Ουκρανίας.
Η προειδοποίηση των ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών
Η προειδοποίηση, την οποία δημοσίευσαν οι «Financial Times», βασίζεται σε συνομιλίες με αξιωματούχους πέντε διαφορετικών ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι υπηρεσίες έχουν ενημερώσει στελέχη της αμυντικής βιομηχανίας ότι η Ρωσία εντείνει τις προσπάθειές της για τη στοχοποίηση και τη δολοφονία ανώτατων διοικητικών στελεχών. Η είδηση προκάλεσε το άμεσο ενδιαφέρον των ευρωπαϊκών υπηρεσιών ασφαλείας, ενώ μεγάλες εταιρείες που, όπως είναι φυσικό, δεν κατονομάζονται επανεξετάζουν τα μέτρα προστασίας των διοικήσεων και των εγκαταστάσεών τους.
Είναι σαφές ότι με τις πληροφορίες αυτές η GRU, η ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών, μία από τις σημαντικότερες, πιο μυστικοπαθείς και πιο επικίνδυνες υπηρεσίες πληροφοριών της Ρωσίας, δεν στοχεύει μόνο στη δημιουργία κλίματος ανησυχίας μεταξύ των ανώτερων στελεχών της αμυντικής βιομηχανίας, αλλά στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, ενώ η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία επιχειρεί να αυξήσει την παραγωγική της δυναμικότητα, να καλύψει ελλείψεις σε πυρομαχικά και να ενισχύσει την υποστήριξη προς το Κίεβο. Ολα αυτά την ώρα που η Ευρώπη πασχιζει να αποκωδικοποιήσει το βάθος της συμφωνίας που συνήψε ο Τραμπ με τον Πούτιν, αδειάζοντας στην ουσία ολόκληρη τη Δύση όταν οι ευρωπαϊκές κυρώσεις είχαν αρχίσει να δείχνουν τις πρώτες τους συνέπειες.
Προσωπική στοχοποίηση
Σύμφωνα με τις πηγές των «Financial Times», το Κρεμλίνο έχει διατάξει την επέκταση των επιχειρήσεων δολιοφθοράς και των λεγόμενων υβριδικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη με σκοπό να αποδυναμώσει την υποστήριξη προς την Ουκρανία τους επόμενους μήνες. Η νέα διάσταση, όπως περιγράφεται στο δημοσίευμα, είναι ότι οι επιχειρήσεις αυτές φέρονται να στρέφονται όλο και περισσότερο εναντίον φυσικών προσώπων. Στο στόχαστρο δεν βρίσκονται μόνο οι επικεφαλής των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών αμυντικών ομίλων, αλλά και στελέχη μικρότερων εταιρειών, ιδιαίτερα όσων κατασκευάζουν drones ή εξαρτήματα για την παραγωγή τους.
Η ευρωπαϊκή αμυντική παραγωγή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από λίγες μεγάλες βιομηχανίες. Στηρίζεται σε ένα ευρύ δίκτυο προμηθευτών, τεχνολογικών εταιρειών, μικρότερων κατασκευαστών και εξειδικευμένων επιχειρήσεων. Είναι σαφές πού οδηγεί η άσκηση πίεσης σε επιμέρους κρίκους αυτού του δικτύου.
Η γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος (BfV), η οποία είναι αρμόδια για την εσωτερική ασφάλεια και την αντικατασκοπεία, έχει εντείνει τις επαφές της με εργαζόμενους και διοικήσεις αμυντικών εταιρειών. Σύμφωνα με έναν αξιωματούχο της υπηρεσίας που μίλησε ανωνύμως στους «Financial Times», οι συστάσεις περιλαμβάνουν ακόμη και την πρόσληψη ιδιωτικών ομάδων προσωπικής προστασίας.
Τα εγκληματικά δίκτυα
Ο επικεφαλής της BfV, Σινάν Σελέν, προειδοποίησε Γερμανούς βουλευτές ότι η υπηρεσία παρατηρεί εξέλιξη στις μεθόδους με τις οποίες αυτές οι υπηρεσίες φέρουν σε πέρας τις άκρως απόρρητες επιχειρήσεις δολιοφθοράς ή ακόμα και των δολοφονιών στο ευρωπαϊκό έδαφος. Αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι αντί για την αποκλειστική εξάρτηση από μεμονωμένους πράκτορες, οι οποίοι στρατολογούνται μέσω Διαδικτύου έναντι χρηματικής αμοιβής, οι Ρώσοι αξιωματικοί της GRU φέρονται να συνεργάζονται στενότερα με εγκληματικά δίκτυα και να αξιοποιούν διακρατικές επαφές του οργανωμένου εγκλήματος.
Η υπόθεση του επικεφαλής της Rheinmetall
Το πιο χαρακτηριστικό προηγούμενο είναι η υπόθεση του Αρμιν Πάπεργκερ, διευθύνοντος συμβούλου της γερμανικής Rheinmetall AG, ενός από τους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς ομίλους της αμυντικής βιομηχανίας. Τον Ιούλιο του 2024, δημοσιεύματα του CNN και της «Washington Post», επικαλούμενα Αμερικανούς και άλλους δυτικούς αξιωματούχους, ανέφεραν ότι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν εντοπίσει νωρίτερα εκείνη τη χρονιά ρωσικό σχέδιο δολοφονίας του Πάπεργκερ. Οι σχετικές πληροφορίες είχαν διαβιβαστεί στη Γερμανία και, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η σχεδιαζόμενη επίθεση αποτράπηκε.
Η Rheinmetall AG έχει ιδιαίτερη σημασία για την ουκρανική πολεμική προσπάθεια, καθώς παράγει, μεταξύ άλλων, πυρομαχικά και στρατιωτικά οχήματα. Ο Πάπεργκερ είχε επίσης υποστηρίξει δημόσια την ενίσχυση της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία.
Το 2024, οι γερμανικές αρχές είχαν ανακοινώσει τη σύλληψη δύο υπόπτων γερμανορωσικής καταγωγής για σχέδια δολιοφθοράς μεταξύ άλλων εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η πρόκληση είναι διπλή: να προστατεύσουν όσους συμμετέχουν στην παραγωγή αμυντικού υλικού και, ταυτόχρονα, να αποτρέψουν την υπονόμευση του πολιτικού και οικονομικού πυλώνα της ευρωπαϊκής άμυνας. Και αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος απ’ όλους.