Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τασούλας, παρέθεσε απόψε (20/04) δείπνο στο Προεδρικό Μέγαρο, προς τιμήν του Προέδρου της Δημοκρατίας της Εσθονίας Άλαρ Κάρις και της αντιπροσωπείας, που τον συνοδεύει κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Ελλάδα.

Απευθυνόμενος στον Εσθονό ομολόγό του, ο κ. Τασούλας ανέφερε ότι η επίσκεψή του στην χώρα μας, αντανακλά τους δεσμούς φιλίας που συνδέουν τους δύο λαούς και επιβεβαιώνει το υψηλό επίπεδο συνεργασίας των χωρών μας, σε όλους τους τομείς.

Όπως τόνισε «Ελλάδα και Εσθονία, αν και απομακρυσμένες γεωγραφικά, ενστερνίζονται κοινές αξίες, αρχές και στόχους. Ακροβολισμένες στις βορειο-ανατολικές και νοτιο-ανατολικές εσχατιές της Ευρώπης, οι δύο χώρες μας μεριμνούν καθημερινά για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την ευημερία, όχι μονάχα της γειτονιάς τους, αλλά του κοινού ευρωπαϊκού μας σπιτιού» και πρόσθεσε ότι «η ιστορική διαδρομή των λαών μας καταδεικνύει ότι η εθνική υπόσταση και η ελευθερία δεν χαρίζονται αλλά κατακτώνται, με όπλα την γλώσσα, την ενότητα και την πίστη στον κοινό σκοπό».

tas2.jpg

Αναφερόμενος στη σύγχρονη εποχή, υπογράμμισε ότι «οι φιλικοί δεσμοί που μας συνδέουν ισχυροποιηθήκαν με τη συμπόρευσή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο ΝΑΤΟ και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς. Το 2026, μάλιστα, συμπληρώνονται 22 χρόνια από την επίσημη ένταξη της χώρας σας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και είναι ιδιαίτερα ευτυχές το γεγονός πως η Συνθήκη προσχώρησης της Εσθονίας υπεγράφη εδώ στην Αθήνα επί Ελληνικής Προεδρίας. Εξάλλου, το 2022 οι χώρες μας συνεόρτασαν τη συμπλήρωση 100 ετών από την εγκαθίδρυση επίσημων διπλωματικών σχέσεων και με αυτή την ευκαιρία πριν τέσσερα χρόνια επισκέφθηκε την Εσθονία η προκάτοχός μου».

Παράλληλα, επισήμανε ότι «οι διμερείς μας σχέσεις αναπτύσσονται διαρκώς σε ένα ευρύ φάσμα τομέων από την αμυντική βιομηχανία έως την ψηφιακή διακυβέρνηση, στην οποία η χώρα σας είναι πρωτοπόρος, έως την εκπαίδευση και από την καινοτομία έως τον τουρισμό. Είμαι δε βέβαιος, ότι η επίσκεψή σας στην Ελλάδα θα συμβάλει σημαντικά στην περαιτέρω προώθηση της συνεργασίας μας, παράγοντας αποτελέσματα, αμοιβαία επωφελή και αντιληπτά από τους δύο λαούς μας».

Μιλώντας για τις διεθνείς εξελίξεις, υποστήριξε ότι «η διεθνής τάξη που οικοδομήθηκε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η βασιζόμενη στην ισχύ του διεθνούς δίκαιου, την απαγόρευση της χρήσης βίας και την ειρηνική επίλυση των διεθνών διαφορών, βρίσκεται σε κίνδυνο». Όπως είπε «φαινόμενα αναθεωρητισμού και επιθετικότητας, καθώς και κατάφωρες παραβιάσεις των θεμελιωδών διεθνών κανόνων και αρχών πολλαπλασιάζονται καθημερινά» και πρόσθεσε ότι «η απρόκλητη και παράνομη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία κατέστησε σαφές, με δραματικό τρόπο, πως η ειρήνη δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη στην Ευρώπη. Η στήριξή μας στην Ουκρανία υπήρξε από την πρώτη στιγμή, και δεν θα πάψει να είναι, αταλάντευτη. Για την Ελλάδα, η επιλογή αυτή είναι μονόδρομος, ιδίως υπό το φως της συνεχιζόμενης, επί 52 έτη, παράνομης τουρκικής κατοχής της Κύπρου».

Την ίδια στιγμή, παρατήρησε, ότι «η σύρραξη στη Μέση Αναστολή θέτει σε κίνδυνο την περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα, καθώς και την παγκόσμια οικονομία και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη αποκλιμάκωσης και ειρηνικής επίλυσης της κρίσης με το Ιράν» και συμπλήρωσε ότι «παράλληλα, απαραίτητη παραμένει η εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου για τη Γάζα, με απώτερο στόχο την επίλυση του Παλαιστινιακού προβλήματος στη βάση των δύο κρατών».

tas3.jpg

Ακολούθως, υποστήριξε, ότι «οι εξελίξεις αυτές και εν γένει οι πολλαπλές σύγχρονες προκλήσεις, όπως οι υβριδικές απειλές, η κλιματική αλλαγή και η ραγδαία τεχνολογική πρόοδος έχουν αναδείξει την ανάγκη για ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ανάληψης δραστικών πρωτοβουλιών σε όλα τα πεδία, από την άμυνα και την ασφάλεια έως την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία».

Στο πλαίσιο αυτό, σημείωσε, ότι «διαπιστώνουμε με ικανοποίηση ότι Εσθονία και Ελλάδα τάσσονται υπέρ της κατάρτισης ενός φιλόδοξου πολυετούς προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποδίδοντας προτεραιότητα σε ζητήματα όπως η αμυντική ετοιμότητα, η διασυνοριακή συνδεσιμότητα, ιδίως στον τομέα της ενέργειας, η θωράκιση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, η διαφύλαξη της συνοχής και η προώθηση της σύγκλισης ανάμεσα στα κράτη-μέλη».

Κλείνοντας, ο κ. Τασούλας τόνισε ότι «Ελλάδα και Εσθονία παραμένουν προσηλωμένες στην ανάγκη ενίσχυσης της διεθνούς νομιμότητας, της πολυμέρειας και της ευρωπαϊκής ενότητας» και κατέληξε λέγοντας ότι «στο πνεύμα αυτό, είμαι βέβαιος ότι η συνεργασία μας θα συνεχίσει να αναπτύσσεται, αποτελώντας υπόδειγμα διμερούς σχέσης εντός της ευρύτερης ευρωπαϊκής οικογένειας».

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος της Εσθονίας Άλαρ Κάρις, κατά την αντιφώνησή του, υποστήριξε ότι «παρόλο που η Εσθονία και η Ελλάδα βρίσκονται σε αντίθετα άκρα της Ευρώπης, κατανοούμε ο ένας τον άλλον καλύτερα απ’ ό,τι θα πίστευε κανείς με την πρώτη ματιά».

Όπως είπε «Η Ελλάδα απέκτησε την ανεξαρτησία της πριν από περίπου 200 χρόνια, η Εσθονία έναν αιώνα αργότερα. Και οι δύο χρειάστηκε να αγωνιστούμε για την ανεξαρτησία μας και γι’ αυτό γνωρίζουμε τον πόνο και την απώλεια, αλλά και το θάρρος και την αποφασιστικότητα που την συνοδεύουν. Και οι δύο πετύχαμε – επειδή πιστέψαμε στον εαυτό μας και στον σκοπό μας».

Στο ίδιο πλαίσιο, τόνισε ότι «η Εσθονία και η Ελλάδα είναι και θα παραμείνουν εταίροι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ. Έχουμε συνεργαστεί σε διάφορες προσπάθειες, στα Ηνωμένα Έθνη και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς. Έχουμε κοινές απόψεις σε πολλά θέματα, όπως η ενίσχυση της ασφάλειας και της άμυνάς μας, η διεύρυνση της ΕΕ, η ψηφιακή μετάβαση ή η αμοιβαία υποστήριξη των υποψηφιοτήτων μας σε διάφορους οργανισμούς».

Μάλιστα ανέφερε ότι «και οι δύο έχουμε έναν μεγάλο γείτονα που συχνά μας δημιουργεί προβλήματα, αν όχι άμεσες απειλές για εμάς. Αυτός ο γείτονας θα είναι πάντα εκεί. Επομένως, και οι δύο πρέπει να βρούμε τρόπους να τον αντιμετωπίσουμε, να τον περιορίσουμε, να τον συγκρατήσουμε».

Παρατήρησε, επίσης, ότι «συνολικά, ο κόσμος και η διεθνής τάξη πραγμάτων, όπως την γνωρίζαμε καταρρέουν γύρω μας. Βρισκόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με πρωτοφανείς και μερικές φορές αδιανόητες προκλήσεις. Οι κρίσεις συσσωρεύονται. Σε μια τέτοια κατάσταση, είναι υψίστης σημασίας να παραμείνουμε πιστοί στις αξίες μας και στο διεθνές δίκαιο. Χρειαζόμαστε την ενθάρρυνση και τη στήριξη ο ένας του άλλου – μόνο μαζί μπορούμε να γίνουμε πιο δυνατοί».

Υπενθύμισε ότι «η Ελλάδα είναι επί του παρόντος μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώ η Εσθονία είναι μέλος του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Και οι δύο εργαζόμαστε σε παράλληλα μέτωπα με τους ίδιους στόχους και επιδιώξεις – τη διασφάλιση της ειρήνης, της ασφάλειας, του σεβασμού των θεμελιωδών αξιών, των δημοκρατικών αρχών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Ωστόσο, σημείωσε, ότι «Δυστυχώς, στον σημερινό κόσμο, αυτό δεν αρκεί. Ως εκ τούτου, πρέπει να λάβουμε τολμηρά και ταχύτατα μέτρα για να διασφαλίσουμε ότι τόσο η συλλογική όσο και η εθνική μας ασφάλεια και άμυνα είναι ισχυρές, αξιόπιστες και αποτρεπτικές». Υποστήριξε δε, ότι «η Ευρώπη κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση – έχουν διατεθεί αρκετά κίνητρα και μέτρα ενίσχυσης. Ο χρόνος και η ταχύτητα είναι καθοριστικής σημασίας εδώ. Τόσο η Εσθονία όσο και η Ελλάδα προσπαθούν να αξιοποιήσουν στο έπακρο αυτή την ευκαιρία. Άλλωστε, οι αμυντικές δαπάνες στις χώρες μας είναι εδώ και πολλά χρόνια οι υψηλότερες κατά κεφαλήν στο ΝΑΤΟ. Σήμερα, αρκετές εσθονικές νεοφυείς επιχειρήσεις στον τομέα της άμυνας συνεργάζονται με Έλληνες εταίρους. Φορείς της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας επενδύουν στον εσθονικό αμυντικό τομέα, ιδίως όσον αφορά την τεχνολογία σύγχρονου πολέμου».

Χαρακτήρισε λυπηρό το γεγονός, ότι αυτές οι επενδύσεις δεν κατευθύνονται προς την πολιτιστική ή την κοινωνική συνεργασία, και σημείωσε, ότι η πραγματικότητα απαιτεί από εμάς να είμαστε προσαρμοστικοί, ευέλικτοι και ανθεκτικοί.

Αναφερόμενος στην Ουκρανία, υπογράμμισε ότι «δεν υπάρχουν πολλές χώρες στην Ευρώπη που έχουν βιώσει τι σημαίνει όταν οι οικογένειές σου εκτοπίζονται ή εκδιώκονται από τα σπίτια τους με τη βία και την κακή πρόθεση. Οι Εσθονοί και οι Έλληνες το γνωρίζουν αυτό. Αυτό είναι που μας ωθεί σήμερα να στηρίξουμε τον λαό της Ουκρανίας στον αγώνα του για ελευθερία, δημοκρατικές αξίες και ένα μέλλον ανάμεσά μας».

Πρόσθεσε, ακόμη, ότι «ο αγώνας που δίνει η Ουκρανία δεν αφορά μόνο την Ουκρανία. Αφορά όλους μας. Αφορά την Ευρώπη. Πρέπει να συνεχίσουμε να στεκόμαστε στο πλευρό της και να ασκούμε τη μέγιστη δυνατή πίεση στον επιτιθέμενο, ώστε να διασφαλίσουμε ότι η ειρήνη θα είναι δίκαιη και διαρκής και ότι όσοι ευθύνονται για τις φρικαλεότητες και την καταστροφή θα οδηγηθούν στη δικαιοσύνη».

Ακολούθως, παρατήρησε ότι «όταν στρέφουμε το βλέμμα μας προς τα νοτιοανατολικά, οι λαοί της Μέσης Ανατολής, της Γάζας και πέρα από αυτήν, αξίζουν διαρκή ειρήνη, ασφάλεια και ένα ουσιαστικό μέλλον. Η αναταραχή πρέπει να σταματήσει, όχι να εξαπλωθεί».

Μιλώντας για την Ναυτιλία, επισήμανε ότι αποτελεί παραδοσιακά έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Όπως είπε «αντιμετωπίζει διάφορες προκλήσεις λόγω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης στο Ιράν, του αθέμιτου ανταγωνισμού στα παγκόσμια ύδατα και των αυστηρών περιβαλλοντικών προδιαγραφών. Η Εσθονία πλήττεται από τις συνέπειες της ύπαρξης του ρωσικού σκιώδους στόλου που δραστηριοποιείται στη Βαλτική Θάλασσα, πέρα από τον έλεγχό μας. Υπάρχει εδώ σοβαρή ανάγκη και δυνατότητες για μια εποικοδομητική συνεργασία μεταξύ των χωρών μας, προκειμένου να προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις παράνομες ναυτιλιακές πρακτικές».

Ειδική αναφορά έκανε και για την καινοτομία στην εκπαίδευση, υπογραμμίζοντας την υποστήριξη, που χρειάζονται τα σχολεία, ώστε να προσαρμοστούν στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. «Σήμερα, είχα την πολύτιμη ευκαιρία να δω τι κάνει η Ελλάδα σε αυτόν τον τομέα και χάρηκα που διαπίστωσα ότι κινούμαστε προς την ίδια κατεύθυνση, προς τον ίδιο στόχο. Στην Εσθονία, έχουμε ξεκινήσει το πρόγραμμα «AI Leap» για τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (λυκειακής εκπαίδευσης) και είμαστε έτοιμοι να μοιραστούμε την εμπειρία μας» πρόσθεσε.

Τέλος, ο Άλαρ Κάρις, υπενθύμισε, ότι «η Ελλάδα είναι και θα παραμείνει πάντα ένας περιζήτητος προορισμός διακοπών για τους Εσθονούς, ένας τόπος όπου μπορούμε να απολαύσουμε τη ζεστή και ηλιόλουστη φιλοξενία του μεγάλου σας έθνους» και έκλεισε λέγοντας ότι «ο λαός σας είναι εξίσου ευπρόσδεκτος να ανακαλύψει την ήσυχη και ελαφρώς πιο δροσερή ομορφιά της εσθονικής φύσης και του τοπίου της».