Απρόβλεπτες κρίσεις άφησαν το αποτύπωμά τους στην κατασκευή των εμβληματικών υποδομών μεταφορών της Ευρώπης, με το κόστος τους να αυξάνεται και την υλοποίησή τους να καθυστερεί ακόμη περισσότερο.
Αυτό είναι το κύριο συμπέρασμα της νέας έκθεσης του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), στην οποία επικαιροποιεί τις παρατηρήσεις και τα ευρήματά του από παρόμοιο έλεγχο που είχε διενεργηθεί το 2020.
Ως εκ τούτου, το κλιμάκιο ελέγχου αναδιατυπώνει την αξιολόγησή του σχετικά με τον στόχο να έχει ολοκληρωθεί το κεντρικό διευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών (ΔΕΔ-Μ) μέχρι το 2030 από «απίθανο να τεθεί σε λειτουργία» πριν από μία πενταετία στο ξεκάθαρο «δεν θα επιτευχθεί» του σήμερα.
Δεδομένης της σημασίας των βασικών διασυνοριακών διαδρόμων μεταφορών για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις στην Ευρώπη, το ΕΕΣ επικαιροποίησε τα βασικά δεδομένα και τις παρατηρήσεις που διατύπωνε στην ειδική έκθεση του 2020 επί του θέματος. Οι προοπτικές για το 2025 είναι χειρότερες από ό,τι το 2020 και υπολείπονται κατά πολύ των αρχικών προβλέψεων.
Βέβαια, από το 2020, αυτά τα πολύ μεγάλα έργα αντιμετωπίζουν μια σειρά πρόσθετων προκλήσεων που ανέκυψαν λόγω της πανδημίας COVID-19 και του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Έχουν επίσης προκύψει νέες κανονιστικές απαιτήσεις και απροσδόκητα τεχνικά ζητήματα.
«Το όραμα με τις εμβληματικές υποδομές μεταφορών της ΕΕ είναι να αναδιαμορφωθεί η Ευρώπη, φέρνοντας τους ανθρώπους πιο κοντά και διευκολύνοντας την οικονομική δραστηριότητα», δήλωσε η κα Annemie Turtelboom, μέλος του ΕΕΣ και αρμόδια για τη συγκεκριμένη έκθεση επικαιροποίησης.
«Ωστόσο, τρεις δεκαετίες μετά τον σχεδιασμό των περισσότερων έργων, απέχουμε ακόμη παρασάγγας από την εγκαινίασή τους όπως και από την επίτευξη των επιδιωκόμενων βελτιώσεων στις ροές επιβατών και εμπορευμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη.»
Πολλά πολύ μεγάλα έργα έχουν πληγεί από αυξήσεις του κόστους. Το 2020, το ΕΕΣ ανέφερε ότι στα οκτώ εξετασθέντα πολύ μεγάλα έργα είχε σημειωθεί συνολική αύξηση του πραγματικού κόστους (δηλαδή χωρίς τον πληθωρισμό) κατά 47 %, σε σύγκριση με τις αρχικές εκτιμήσεις.
Σήμερα, η διαφορά είναι σχεδόν διπλάσια, στο +82 %.
Η αύξηση αυτή οφείλεται στη διολίσθηση του προϋπολογισμού δύο έργων: της Rail Baltica (+160 % τα τελευταία 6 χρόνια) και της σιδηροδρομικής σύνδεσης Λυών-Τορίνου (+23 % την τελευταία εξαετία, με υπερδιπλασιασμό του αρχικού κόστους).
Για τη διώρυγα Σηκουάνα-Βόρειας Ευρώπης, παρότι η τάση επιβραδύνθηκε τα τελευταία χρόνια (+9 % την τελευταία εξαετία), το συνολικό κόστος έχει τριπλασιαστεί από την έναρξη του έργου.
Όσον αφορά στους χρόνους υλοποίησης, το κλιμάκιο ελέγχου επισήμανε το 2020 μέση καθυστέρηση 11 ετών. Η επικαιροποίηση του 2025 δείχνει ότι η κατάσταση έχει επιδεινωθεί: η μέση καθυστέρηση ανέρχεται πλέον στα 17 χρόνια.
Ενδεικτικά:
- η Basque Y μετατίθεται το νωρίτερο για το 2030 (με πιθανότερο το 2035),
- η Λυών–Τορίνου για το 2033,
- η σήραγγα βάσης Brenner για το 2032,
- η διώρυγα Σηκουάνα–Βόρειας Ευρώπης επίσης για το 2032.
Το συμπέρασμα είναι αδιαμφισβήτητο: δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία ότι ο στόχος του 2030 για την ολοκλήρωση του κεντρικού δικτύου ΔΕΔ-Μ της ΕΕ δεν πρόκειται να επιτευχθεί.
Το ΕΕΣ αναμένει ότι η πρόσφατη αναθεώρηση του κανονισμού ΔΕΔ-Μ θα ενισχύσει τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην εποπτεία, ωστόσο ο αντίκτυπος αυτός θα αφορά κυρίως μελλοντικά έργα.
Η Ελλάδα καλείται να τηρήσει τα χρονοδιαγράμματα και να μην χάσει πόρους στον τομέα των μεταφορών. Το διευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών (ΔΕΔ-Μ) αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του πανευρωπαϊκού συστήματος μεταφορών.


