Νέα όρια στις απαιτήσεις από «κόκκινα» δάνεια, υποχρεωτικό επανυπολογισμό οφειλών και αυστηρότερους κανόνες για τις ρυθμίσεις δανείων και τους πλειστηριασμούς προβλέπει το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Η παρέμβαση επιδιώκει να περιορίσει τα ποσά που συσσωρεύονται από τόκους και επιβαρύνσεις, βάζοντας συγκεκριμένες υποχρεώσεις σε τράπεζες, funds και servicers.
Οι βασικές προβλέψεις του νομοσχεδίου είναι:
- Ανώτατο όριο στις απαιτήσεις, ώστε το χρέος να μην ξεπερνά το τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου ή το διπλάσιο για τις αγροτικές οφειλές.
- Αυτόματη απαλλαγή από το υπερβάλλον ποσό, στο οποίο συνήθως περιλαμβάνονται τόκοι υπερημερίας και πρόσθετες χρεώσεις.
- Επανυπολογισμός μέσα σε έξι μήνες, χωρίς αίτηση του δανειολήπτη, και προσαρμογή των ποσών για τα οποία επισπεύδονται πλειστηριασμοί.
- Απάντηση σε αίτημα ρύθμισης εντός τριμήνου, ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης μέσα σε έξι μήνες και προκαταβολή έως 15% της οφειλής.
Το νομοσχέδιο παραμένει σε δημόσια διαβούλευση έως τις 22 Οκτωβρίου 2026, στις 10:00, με στόχο να κατατεθεί στη Βουλή και να ψηφιστεί την πρώτη εβδομάδα του Νοεμβρίου. Οι αλλαγές, επομένως, αφορούν το προτεινόμενο πλαίσιο και η τελική διατύπωσή τους θα προκύψει μετά τη νομοθετική διαδικασία.
Η γενική γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση, δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι στόχος του υπουργείου είναι «λιγότερη αβεβαιότητα για τον οφειλέτη, περισσότερη ευθύνη για τον πιστωτή και ένα σύστημα ρύθμισης του ιδιωτικού χρέους που λειτουργεί με κανόνες και παράγει πραγματικές λύσεις».
Κεντρική πρόβλεψη αποτελεί το πλαφόν στη συνολική απαίτηση από δάνεια κάθε κατηγορίας. Το ποσό που θα μπορεί να διεκδικείται δεν θα επιτρέπεται να ξεπερνά το διπλάσιο ή το τριπλάσιο του κεφαλαίου που έλαβε ο δανειολήπτης, ανάλογα με την περίπτωση.
Ο περιορισμός θα εφαρμόζεται αυτοδίκαια σε στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια. Δεν θα επηρεάζεται από το εάν η απαίτηση έχει αλλάξει χέρια, έχει τιτλοποιηθεί ή βρίσκεται υπό τη διαχείριση servicer.
Η εν λόγω ρύθμιση αφορά χιλιάδες δανειολήπτες με παλαιά χρέη, ιδίως από αγροτικά, επιχειρηματικά και στεγαστικά δάνεια, τα οποία έχουν επιβαρυνθεί επί χρόνια με τόκους. Ακόμη και όταν η καθυστέρηση εκτείνεται σε δεκαετίες, η απαίτηση θα περιορίζεται στο τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου. Για τις οφειλές αγροτών προβλέπεται χαμηλότερο όριο, στο διπλάσιο.
Μείωση οφειλής ακόμη και κατά 200.000 ευρώ - Τι αλλάζει στους πλειστηριασμούς
Από την έναρξη ισχύος του νόμου, η ανεξόφλητη απαίτηση θα υπόκειται στο όριο του τριπλάσιου κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης. Εάν υπάρχουν περισσότερες χρηματοδοτήσεις, βάση υπολογισμού θα αποτελεί το άθροισμα των κεφαλαίων που χορηγήθηκαν.
Στους αλληλόχρεους λογαριασμούς, ο υπολογισμός θα γίνεται με βάση την οφειλή όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση.
Ειδικά για τις παλαιές αγροτικές οφειλές, το ανώτατο ποσό θα αντιστοιχεί στο διπλάσιο του κεφαλαίου που έλαβε ο αγρότης. Αντίστοιχα, στους αλληλόχρεους λογαριασμούς θα λαμβάνεται υπόψη το διπλάσιο της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση.
Ξεχωριστή πρόβλεψη υπάρχει για δάνεια πριν από το 1990, όταν δεν είναι διαθέσιμα επαρκή στοιχεία για τον προσδιορισμό του αρχικού κεφαλαίου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συνολική οφειλή δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 150% του ποσού της τελευταίας ρύθμισης πριν από το 1990.
Πρακτικά, το ποσό πάνω από το προβλεπόμενο όριο θα παύει να αποτελεί απαιτητή οφειλή. Πρόκειται κυρίως για επιβαρύνσεις από τόκους υπερημερίας, κεφαλαιοποιημένους τόκους και λοιπές χρεώσεις.
Για παράδειγμα, σε δάνειο με αρχικό κεφάλαιο 100.000 ευρώ, το όριο θα διαμορφώνεται στις 300.000 ευρώ. Εάν η απαίτηση έχει αυξηθεί στις 500.000 ευρώ, τα 200.000 ευρώ που υπερβαίνουν το πλαφόν δεν θα μπορούν να διεκδικηθούν. Για αγροτικό δάνειο ίδιου κεφαλαίου, το αντίστοιχο όριο θα είναι 200.000 ευρώ.
Στον επανυπολογισμό θα συνυπολογίζονται και οι πληρωμές που έχουν προηγηθεί. Εάν, στο ίδιο παράδειγμα, έχουν καταβληθεί ήδη 80.000 ευρώ, το υπόλοιπο δεν θα ξεπερνά τις 220.000 ευρώ, ενώ για αγρότη θα περιορίζεται στις 120.000 ευρώ.
Οι τράπεζες, τα funds και οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων θα πρέπει να ολοκληρώσουν τον μαζικό επανυπολογισμό μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου.
Η διαδικασία δεν θα προϋποθέτει αίτηση ή άλλη ενέργεια του οφειλέτη. Η υποχρέωση θα ισχύει είτε το δάνειο παραμένει στην αρχική τράπεζα είτε εκείνη έχει κλείσει ή βρίσκεται σε εκκαθάριση. Θα καλύπτει επίσης απαιτήσεις που μεταφέρθηκαν σε διάδοχη τράπεζα, τιτλοποιήθηκαν ή ανατέθηκαν σε εταιρεία διαχείρισης.
Οι πιστωτές θα οφείλουν να καταχωρίσουν το νέο υπόλοιπο στις λογιστικές και πληροφοριακές καταστάσεις τους. Θα υπολογίζονται οι καταβολές του δανειολήπτη, των εγγυητών και τρίτων προσώπων, χωρίς όμως να προβλέπεται επιστροφή χρημάτων που έχουν ήδη πληρωθεί.
Οι παρεμβάσεις επεκτείνονται και στις υποθέσεις που βρίσκονται σε αναγκαστική εκτέλεση. Κατάσχεση ή πλειστηριασμός θα μπορεί να προχωρήσει μόνο για την απαίτηση που απομένει μετά την εφαρμογή του νέου υπολογισμού.
Για τους εκκρεμείς πλειστηριασμούς, ο δικαιούχος της απαίτησης ή ο διαχειριστής της θα πρέπει να γνωστοποιεί το αναπροσαρμοσμένο χρέος και να περιορίζει αντίστοιχα τις πράξεις εκτέλεσης.
Η μείωση της απαίτησης δεν συνεπάγεται αυτόματη ακύρωση κάθε πλειστηριασμού. Εάν η εκποίηση πραγματοποιηθεί, το ποσό του τιμήματος που απομένει μετά την κάλυψη των μειωμένων απαιτήσεων των πιστωτών θα αποδίδεται στον οφειλέτη.
Δεσμευτικές προθεσμίες για ρυθμίσεις - Προκαταβολή έως 15%
Το σχέδιο νόμου αλλάζει παράλληλα τη διαδικασία για τις διμερείς ρυθμίσεις δανείων, επιβάλλοντας χρονικά όρια στους πιστωτές. Η απάντηση σε αίτημα ρύθμισης θα πρέπει να δίνεται μέσα σε τρεις μήνες, ενώ η διαπραγμάτευση θα ολοκληρώνεται το αργότερο σε έξι μήνες.
Εάν η προθεσμία απάντησης παραβιαστεί, θα καταγράφεται αυτόματα παράβαση και θα ενημερώνεται η Τράπεζα της Ελλάδος. Παράλληλα, θα αναστέλλονται ο εκτοκισμός και η κεφαλαιοποίηση τόκων μέχρι να δοθεί απάντηση.
Όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Θεώνη Αλαμπάση, «οι νέοι κανόνες προβλέπουν συγκεκριμένο χρόνο για τη διμερή διαπραγμάτευση, πλαφόν 15% στην προκαταβολή και τεκμηριωμένες προτάσεις που προσαρμόζονται στην πραγματική οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη. Παράλληλα, προστατεύουν τον συνεπή οφειλέτη: όταν τηρεί τη ρύθμισή του, δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με μέτρα. Και πριν από έναν πλειστηριασμό, ο πιστωτής θα πρέπει να έχει προηγουμένως καταθέσει πραγματική και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης».
Ειδικότερα, προβλέπονται τα εξής:
- Πρόταση ρύθμισης πριν από τον πλειστηριασμό: Ο πιστωτής θα υποχρεούται να καταθέτει κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τη διενέργειά του.
- Προκαταβολή έως 15%: Στις απευθείας διμερείς συμφωνίες, η προκαταβολή δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 15% της οφειλής. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, οι απαιτήσεις μπορούσαν μέχρι σήμερα να φτάνουν ακόμη και στο 50%. Θα υπάρχει δυνατότητα χαμηλότερης προκαταβολής όταν αποδεικνύονται οικονομική δυσχέρεια, κοινωνικοί λόγοι ή προβλήματα υγείας, διευκολύνοντας δανειολήπτες με περιορισμένη ρευστότητα.
- Προστασία όσο τηρείται η ρύθμιση: Ο διαχειριστής της απαίτησης δεν θα μπορεί να καταγγέλλει τη σύμβαση ή να προχωρά σε αναγκαστική εκτέλεση και πλειστηριασμό όταν ο δανειολήπτης εξυπηρετεί την ενεργή συμφωνία. Εάν παραβιαστεί η απαγόρευση, οι σχετικές πράξεις θα είναι άκυρες. Στον οφειλέτη θα πιστώνεται ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις, η διάρκεια της ρύθμισης θα παρατείνεται κατά πέντε μήνες και θα μπορεί να επιβάλλεται πρόστιμο έως 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη.
- Απάντηση με πλήρη αιτιολόγηση: Από την υποβολή αίτησης με πλήρη φάκελο, ο πιστωτής θα διαθέτει τρεις μήνες για να παρουσιάσει βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ή να αιτιολογήσει την απόρριψη. Ο οφειλέτης θα έχει έναν μήνα για να απαντήσει. Το συνολικό εξάμηνο θα ισχύει και για χρέη που βρίσκονται ήδη σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.
- Προτάσεις με συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα: Οι servicers θα πρέπει να εξηγούν σε ποια εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία βασίζουν την πρότασή τους. Όπου είναι εφικτό, θα παρουσιάζουν δύο εναλλακτικές λύσεις. Η υπέρβαση της τρίμηνης προθεσμίας θα ενεργοποιεί την καταγραφή παράβασης, την ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος και την αναστολή εκτοκισμού και κεφαλαιοποίησης τόκων μέχρι την απάντηση.
Ο δανειολήπτης θα αποκτά επίσης δικαίωμα δωρεάν αναλυτικής ενημέρωσης για την οφειλή του. Θα μπορεί να ζητά τις συμβάσεις και τις τροποποιήσεις τους, το ιστορικό πληρωμών, τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου και την ανάλυση σε κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και κάθε πρόσθετη χρέωση.
Τα στοιχεία θα πρέπει να παραδίδονται μέσα σε 45 ημέρες. Εάν το αίτημα δεν απαντηθεί εμπρόθεσμα, θα αναστέλλεται ο εκτοκισμός μέχρι να χορηγηθεί πλήρης ενημέρωση.
Για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, προβλέπεται ακόμη ετήσια δημοσιοποίηση οικονομικών δεδομένων, στοιχείων για τα χαρτοφυλάκια, των αποτελεσμάτων διαχείρισης και του τρόπου αντιμετώπισης παραπόνων. Θα απαιτείται επίσης στρατηγικό σχέδιο με προβλέψεις ανακτήσεων και δείκτες απόδοσης.
Η εφαρμογή αυτών των υποχρεώσεων τοποθετείται στις αρχές του 2027, με πρόβλεψη έναρξης τρεις μήνες μετά την ψήφιση του νόμου. Το οριστικό περιεχόμενο και οι χρόνοι εφαρμογής θα καθοριστούν με την ολοκλήρωση της διαβούλευσης, τη νομοθετική επεξεργασία και την ψήφιση στη Βουλή.