Η πρωτοβουλία της Νίκης Κεραμέως για τις συλλογικές συμβάσεις αναγνωρίζεται από τις Βρυξέλλες ως ευρωπαϊκό πρότυπο κοινωνικού διαλόγου και εργασιακής συνεννόησης.

Από ουραγός των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε πηγή έμπνευσης για την Ευρώπη. Αυτή είναι ίσως η πιο ταιριαστή περιγραφή της διαδρομής που διένυσε η Ελλάδα μέσα σε μόλις έναν χρόνο, καταφέρνοντας να μετατρέψει μια διαχρονική αδυναμία της αγοράς εργασίας σε ένα από τα πλέον προβεβλημένα παραδείγματα κοινωνικού διαλόγου σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η κοινή εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, με τη συμμετοχή του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και της ηγεσίας τηςΕυρωπαϊκής Επιτροπής, αποτέλεσε την έμπρακτη αναγνώριση μιας ελληνικής πρωτοβουλίας που, σύμφωνα με τα ίδια τα ευρωπαϊκά όργανα, μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για το μέλλον των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Τίποτα στην τύχη

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι τίποτα από όλα αυτά δεν θεωρούνταν δεδομένο όταν ξεκίνησε η προσπάθεια από την υπουργό Εργασίας, Νίκη Κεραμέως. Αντιθέτως, όσοι γνώριζαν το παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων περιγράφουν μια πρωτοβουλία με εξαιρετικά περιορισμένες πιθανότητες επιτυχίας.

Παρότι η ελληνική αγορά εργασίας κατέγραφε θετικές επιδόσεις, με την ανεργία να μειώνεται, την απασχόληση να αυξάνεται και τους μισθούς να ακολουθούν ανοδική πορεία, υπήρχε ένας δείκτης στον οποίο η χώρα εξακολουθούσε να υπολείπεται σημαντικά: η κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Σε εκείνο το σημείο η Νίκη Κεραμέως αποφάσισε να κινηθεί διαφορετικά από την… πεπατημένη. Αντί να επιλέξει την οδό μιας ακόμη νομοθετικής παρέμβασης, έθεσε στόχο να επιτευχθεί μια συνολική συμφωνία ανάμεσα στους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους, δηλαδή στους εκπροσώπους εργαζομένων και εργοδοτών.

Η ιδέα –για πολλούς εκείνη την περίοδο– έμοιαζε σχεδόν ανέφικτη, καθώς μια τέτοια συμφωνία δεν είχε επιτευχθεί ποτέ στο παρελθόν.

Ωστόσο, η υπουργός Εργασίας εκτίμησε ότι είχε διαμορφωθεί ένα σπάνιο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεννόησης που άξιζε να δοκιμαστεί. Ετσι ξεκίνησε μια μακρά διαδικασία διαπραγματεύσεων, η οποία διήρκεσε περίπου οκτώ μήνες και πραγματοποιήθηκε υπό καθεστώς απόλυτης εχεμύθειας, προκειμένου οι συζητήσεις να εξελιχθούν χωρίς δημόσιες πιέσεις και επικοινωνιακούς θορύβους.

Οι προσδοκίες ναι μεν παρέμεναν χαμηλές, ωστόσο όσο περνούσε ο χρόνος τα κομμάτια του παζλ άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους. Στα τέλη Νοεμβρίου του 2025 ανακοινώθηκε η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία, η οποία στη συνέχεια πήρε τον δρόμο της Βουλής και ψηφίστηκε μέσα σε λίγους μήνες. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι άρχισε αμέσως να παράγει αποτελέσματα. Και συγκεκριμένα συλλογικές συμβάσεις που παρέμεναν για χρόνια ανενεργές επανήλθαν στο προσκήνιο, νέες συμφωνίες υπεγράφησαν και εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι είδαν αυξήσεις στις αποδοχές τους και βελτίωση των όρων εργασίας τους. Ηδη οι πρώτες επεκτάσεις συμβάσεων αφορούν περίπου 400.000 εργαζόμενους, ενώ νέες συμφωνίες συνεχίζουν να υπογράφονται σε διαδοχικούς κλάδους της οικονομίας.

Το κερασάκι στην τούρτα ήρθε από τις Βρυξέλλες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να αναδείξει την ελληνική εμπειρία, επιλέγοντας για πρώτη φορά να συνδιοργανώσει σχετική εκδήλωση με κράτος-μέλος προκειμένου να παρουσιάσει μια εθνική μεταρρύθμιση ως καλή πρακτική.

Ουσιαστικά, το σκηνικό άλλαξε άρδην, μιας και η Ελλάδα, η οποία επί σειρά ετών βρισκόταν στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών συζητήσεων ως παράδειγμα προβλήματος, βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο ως παράδειγμα λύσης.

Πηγή έμπνευσης

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υπογράμμισαν ότι η χώρα μας βρισκόταν μέχρι πρόσφατα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης στον τομέα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ενώ σήμερα αναδεικνύεται σε πηγή έμπνευσης για τα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι –παρά το γεγονός ότι η εκδήλωση έγινε σε εργάσιμη ημέρα– η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη.

Πολλοί εκ των οποίων δεν είχαν καμία άμεση σχέση με την Ελλάδα, αλλά ήθελαν να κατανοήσουν πώς μια χώρα που πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν στην περιφέρεια των ευρωπαϊκών εξελίξεων κατάφερε να πρωταγωνιστεί σε μια τόσο κρίσιμη συζήτηση για το μέλλον της εργασίας.

Για την κυβέρνηση, αλλά και προσωπικά για τη Νίκη Κεραμέως που επένδυσε πολιτικά σε αυτήν την προσπάθεια, το μήνυμα των Βρυξελλών έχει ιδιαίτερη σημασία. Κι αυτό διότι πέρα από τις νέες συλλογικές συμβάσεις, τις αυξήσεις μισθών και τα θετικά αποτελέσματα στην αγορά εργασίας, αυτό που αναγνωρίστηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ότι η Ελλάδα κατάφερε να πετύχει κάτι που μέχρι πριν από έναν χρόνο έμοιαζε σχεδόν αδύνατο, δηλαδή να μετατρέψει μια διαχρονική αδυναμία της σε ευρωπαϊκό παράδειγμα.