Όπως παρακολουθούσα τις πρωινές ενημερωτικές εκπομπές, έπεσα επάνω σε έναν διάλογο που δεν χρειαζόταν ανάλυση, γραφήματα ή ειδικούς.

Χρειαζόταν μόνο γερό στομάχι. Ο γνωστός αγροτοσυνδικαλιστής Κώστας Ανεστίδης από το μπλόκο των Μαλγάρων, με ύφος ανθρώπου που θεωρεί αυτονόητο να κρατά κλειστή την εθνική οδό, απάντησε σε βουλευτή της κυβέρνησης με τη φράση που συμπυκνώνει όλη τη φιλοσοφία των μπλόκων δεκαετιών: «Καλά σας κάναμε».

Εκεί τελείωσε κάθε συζήτηση περί κοινωνικής διαμαρτυρίας και άρχισε η ωμή ομολογία. Δεν μιλάμε για πίεση προς την εξουσία, αλλά για τιμωρία των υπολοίπων. Όχι των υπουργών, όχι των βουλευτών, αλλά του κόσμου που προσπαθεί να πάει στη δουλειά του, να γυρίσει σπίτι του, να ζήσει μια στοιχειωδώς κανονική μέρα.

Τα κεντρικά σημεία του διαλόγου ήταν απολύτως διαφωτιστικά. Ο βουλευτής της ΝΔ, Δημήτρης Καιρίδης θύμισε ότι οι αγρότες απολαμβάνουν προνόμια που κανένας άλλος κλάδος δεν έχει. Φθηνότερο ρεύμα, ειδικές ρυθμίσεις, επιδοτήσεις. Η απάντηση δεν ήταν επιχειρήματα, αλλά αγανάκτηση. Και όταν τέθηκε το απλό, σχεδόν ανθρώπινο, ότι το μπλόκο στα  Μάλγαρα ταλαιπώρησε χιλιάδες πολίτες, ήρθε το αμίμητο «καλά σας κάναμε», ειπωμένο χωρίς ντροπή, χωρίς δεύτερη σκέψη, σχεδόν με καμάρι.

Εδώ δεν έχουμε απλώς έναν καβγά στον τηλεοπτικό αέρα. Έχουμε μια καθαρή εικόνα νοοτροπίας. Μια αντίληψη που βλέπει τον δρόμο ως ιδιοκτησία, την κοινωνία ως όμηρο και τη διαμαρτυρία ως μέσο εκδίκησης. Όποιος δεν συμφωνεί, όποιος διαμαρτύρεται, όποιος τολμά να πει ότι κάπου υπάρχει όριο, αξίζει να ταλαιπωρηθεί. Καλά να πάθει.

Και κάπως έτσι, σε ζωντανή μετάδοση, ειπώθηκε η αλήθεια που συνήθως κρύβεται πίσω από πανό και συνθήματα. Δεν ζητούν κατανόηση. Ζητούν υποταγή.

Όταν λες «καλά σας κάναμε», μην απορείς αν κάποια στιγμή η κοινωνία απαντήσει «φτάνει πια».