Η Αγκυρα επιχειρεί να αποκτήσει λόγο για τη συνολική γεωπολιτική κατεύθυνση του Λιβάνου.

Η απαίτηση της Τουρκίας να λάβει διαβεβαιώσεις από τον Λίβανο μετά τη συμφωνία οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών του με την Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσε να θεωρηθεί μία ακόμη προβλέψιμη αντίδραση της Αγκυρας σε οποιαδήποτε περιφερειακή συμφωνία δεν περνά από το δικό της φίλτρο.

Ωστόσο, όταν η κίνηση αυτή συνδυαστεί με τη δημόσια επιθυμία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να συμμετάσχει η Τουρκία σε μια νέα δύναμη ασφαλείας στον Λίβανο, γίνεται φανερό ότι πρόκειται για κάτι πολύ ευρύτερο.

Η Τουρκία δεν ενδιαφέρεται απλώς για τις συντεταγμένες μιας θαλάσσιας οριοθέτησης. Επιχειρεί να αποκτήσει λόγο για τη συνολική γεωπολιτική κατεύθυνση του Λιβάνου και να εμποδίσει την οργανική σύνδεσή του με την Κύπρο, την Ελλάδα και το Ισραήλ.

Η συμφωνία Κύπρου-Λιβάνου έκλεισε μια εκκρεμότητα σχεδόν δύο δεκαετιών και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ασφαλέστερη εκμετάλλευση πιθανών ενεργειακών κοιτασμάτων. Η Αγκυρα την απέρριψε, ισχυριζόμενη ότι παραβιάζει τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να εκπροσωπεί ολόκληρο το νησί.

Πρόκειται για την πάγια τουρκική επιχειρηματολογία, η οποία δεν περιορίζεται πλέον στο Κυπριακό, αλλά χρησιμοποιείται ώστε η Τουρκία να απαιτεί δικαίωμα παρέμβασης σε συμφωνίες μεταξύ διεθνώς αναγνωρισμένων κρατών.

Το πραγματικό πρόβλημα της Αγκυρας δεν είναι μόνο νομικό ή ενεργειακό. Είναι πρωτίστως στρατηγικό. Αν ο Λίβανος σταθεροποιήσει τις σχέσεις του με την Κυπριακή Δημοκρατία και ενταχθεί σταδιακά σε ένα πλέγμα συνεργασιών με την Κύπρο, την Ελλάδα και το Ισραήλ, η Τουρκία κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική από την οποία δεν θα μπορεί να επιβάλει τους όρους της.

Ανάλυση του Carnegie Endowment υποστηρίζει ότι η τουρκική αντίδραση πηγάζει ακριβώς από τον φόβο πως ο Λίβανος θα ενσωματωθεί μόνιμα στον ανταγωνιστικό, για την Αγκυρα, σχηματισμό Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Κατά την ίδια προσέγγιση, η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει την επιρροή της τόσο στη Δαμασκό όσο και στη Βηρυτό, προκειμένου να αποτρέψει έναν τέτοιο αναπροσανατολισμό.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται η δήλωση Ερντογάν ότι η Τουρκία επιθυμεί να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε νέα πρωτοβουλία ασφαλείας διαδεχθεί την UNIFIL. Η αποστολή του ΟΗΕ στον Νότιο Λίβανο, με δύναμη περίπου 7.500 στελεχών, οδεύει προς τον τερματισμό της στο τέλος του 2026, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη συζήτηση για το σχήμα που θα καλύψει το κενό.

Ο Τούρκος πρόεδρος δήλωσε, δίπλα στον Λιβανέζο ομόλογό του Ζοζέφ Αούν, ότι η χώρα του θέλει να συμμετάσχει στις πρωτοβουλίες που θα υποστηρίξουν την ασφάλεια και την κυριαρχία του Λιβάνου.

Παρουσία της Τουρκίας στον Ν. Λίβανο

Η λέξη «κυριαρχία», όμως, αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με το ποιος τη χρησιμοποιεί. Για τη Βηρυτό σημαίνει την αποκατάσταση του ελέγχου του λιβανικού κράτους σε ολόκληρη την επικράτεια. Για την Αγκυρα μπορεί να σημαίνει την απόκτηση στρατιωτικού και πολιτικού ερείσματος σε μια περιοχή κρίσιμη για την ισορροπία Τουρκίας-Ισραήλ.

Μια τουρκική στρατιωτική παρουσία στον Νότιο Λίβανο δεν θα ήταν ουδέτερη. Θα βρισκόταν σε άμεση γειτνίαση με τα ισραηλινά σύνορα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Αγκυρας-Ιερουσαλήμ χαρακτηρίζονται από αμοιβαία καχυποψία και ανταγωνισμό μηδενικού αθροίσματος. Το Carnegie έχει επισημάνει ότι η περιφερειακή άνοδος της μίας χώρας αντιμετωπίζεται πλέον από την άλλη ως στρατηγική πρόκληση, ιδιαίτερα μετά τη σύγκρουση συμφερόντων στη Συρία.

Παράλληλα, η Τουρκία θα επιχειρούσε να εμφανιστεί ως δύναμη εξισορρόπησης ανάμεσα στο Ισραήλ, τη Χεζμπολάχ και το λιβανικό κράτος. Αυτό θα της επέτρεπε να συνομιλεί ταυτόχρονα με τη Δύση, τις αραβικές κυβερνήσεις και τις ισλαμιστικές οργανώσεις, επαναλαμβάνοντας τη γνωστή τακτική της: να συμμετέχει στη δημιουργία ενός προβλήματος και κατόπιν να διεκδικεί ρόλο απαραίτητου μεσολαβητή για τη διαχείρισή του.

Η Χεζμπολάχ

Το κρίσιμο ζήτημα είναι η Χεζμπολάχ. Παρά τα στρατιωτικά πλήγματα που έχει υποστεί, εξακολουθεί να διαθέτει ένα εκτεταμένο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό οικοσύστημα μέσα στον Λίβανο. Αναλύσεις του Washington Institute προειδοποιούν ότι ακόμη και ο τυπικός αφοπλισμός της δεν θα εξάλειφε αυτομάτως τη δυνατότητα ανασυγκρότησης και επανεξοπλισμού της, λόγω της βαθιάς διείσδυσής της στους θεσμούς και στην κοινωνία.

Επομένως, οποιαδήποτε νέα διεθνής δύναμη δεν θα κριθεί μόνο από τη σημαία της, αλλά από την εντολή και τους κανόνες εμπλοκής της. Θα επιτηρεί απλώς μια εκεχειρία ή θα έχει αρμοδιότητα να εμποδίζει τον επανεξοπλισμό της Χεζμπολάχ; Θα συνεργάζεται αποκλειστικά με τον λιβανικό στρατό ή θα αποδέχεται, έστω σιωπηρά, την παράλληλη εξουσία της οργάνωσης; Και κυρίως θα θεωρεί το Ισραήλ εταίρο της διαδικασίας ασφαλείας ή δύναμη που πρέπει να περιοριστεί;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα καθορίσουν και τη στάση της Ελλάδας και της Κύπρου. Διότι η Αγκυρα δεν αντιμετωπίζει τον Λίβανο ως μεμονωμένο πεδίο. Τον συνδέει με τη Συρία, το Κυπριακό, τις θαλάσσιες ζώνες και τον ανταγωνισμό με το Ισραήλ. Αν αποκτήσει μόνιμο στρατιωτικό αποτύπωμα στον Λίβανο, θα έχει προσθέσει ακόμη έναν κρίκο στην αλυσίδα παρουσίας που ξεκινά από τη Βόρεια Κύπρο, περνά από τη Συρία και φθάνει στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η συμφωνία Κύπρου-Λιβάνου για οριοθέτηση ΑΟΖ και η συζήτηση για τη διάδοχη κατάσταση της UNIFIL είναι, συνεπώς, δύο όψεις της ίδιας γεωπολιτικής σύγκρουσης. Η πρώτη ενισχύει μια περιφερειακή τάξη που στηρίζεται στις διακρατικές συμφωνίες και στο διεθνές δίκαιο. Η δεύτερη μπορεί να επιτρέψει στην Τουρκία να αποκτήσει στρατιωτικό ρόλο στο πιο ευαίσθητο σημείο της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Αγκυρα δεν ζητεί απλώς διαβεβαιώσεις από τον Λίβανο. Ζητεί να αναγνωριστεί ως δύναμη με δικαίωμα λόγου στις επιλογές του. Και, όπως έχει αποδείξει από τη Λιβύη έως τη Συρία, όταν η Τουρκία ζητεί θέση στο τραπέζι, συνήθως έχει ήδη αρχίσει να σχεδιάζει την παρουσία της και στο πεδίο.