Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν είναι μια ακόμη πολιτική πρωτοβουλία που χωρά μισόλογα και εύκολες αποστάσεις.

Είναι η κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία, το πεδίο όπου δοκιμάζεται η θεσμική σοβαρότητα και η πραγματική αντίληψη των κομμάτων για τη διακυβέρνηση της χώρας. Και ακριβώς γι’ αυτό, η συζήτηση που ανοίγει δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία, αλλά κυρίως εκείνους από τους οποίους ζητείται συναίνεση.

Η κυβερνητική πρόταση για ευρεία αναθεώρηση του Συντάγματος αγγίζει τον πυρήνα κρίσιμων θεσμικών ζητημάτων. Από το άρθρο 16 και τη θεσμοθέτηση μη κρατικών πανεπιστημίων εξ υπαρχής, μέχρι την πρόταση για μία και μόνη εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, το μήνυμα είναι σαφές: το Σύνταγμα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας.

Το ίδιο ισχύει για τις παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, με μεγαλύτερη συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, αλλά και για τη Δημόσια Διοίκηση, όπου ανοίγει η δύσκολη αλλά αναγκαία συζήτηση για τη μονιμότητα και για το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών — μια διάταξη που έχει ταυτιστεί με τη θεσμική δυσπιστία των πολιτών.

Στο πεδίο του Περιβάλλοντος, οι αλλαγές στο άρθρο 24 επιχειρούν να απαντήσουν στο διαχρονικό δίλημμα προστασία ή αδράνεια, προτείνοντας ένα πιο λειτουργικό και αποτελεσματικό πλαίσιο. Όλα αυτά, όμως, δεν μπορούν να προχωρήσουν χωρίς αυξημένες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Και εδώ ακριβώς το πολιτικό βάρος μετατοπίζεται.

Το ΠΑΣΟΚ καλείται να αποφασίσει αν θα σταθεί ως υπεύθυνη δύναμη θεσμικής συνέχειας ή αν θα παραμείνει εγκλωβισμένο στη γνωστή εσωστρέφεια. Την ώρα που η χώρα συζητά για το Σύνταγμά της, ο κραταιός -στα χαρτιά- Νικόλας κάθε άλλο παρά εικόνα σταθερότητας εκπέμπει. Αντιφατικά σήματα, φόβος πολιτικού κόστους και μια διαρκής ταλάντευση μεταξύ «ναι μεν αλλά» συνθέτουν μια στάση που δύσκολα πείθει.

Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν θα κριθεί μόνο από τις προτάσεις της κυβέρνησης, αλλά από το αν το ΠΑΣΟΚ θα αναλάβει το βάρος της ευθύνης που του αναλογεί. Και αν τελικά επιλέξει την ασφάλεια της ασάφειας, τότε δεν θα έχει χαθεί απλώς μια θεσμική ευκαιρία - θα έχει καταγραφεί και μια πολιτική αδυναμία.