Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί καθαρή απόσταση από τους πολιτικούς της αντιπάλους, όπως προκύπτει από τις δύο τελευταίες δημοσκοπήσεις που δημοσιοποιήθηκαν μέσα στο τελευταίο δεκαήμερο.

Παρά την ενίσχυση της ΕΛ.Α.Σ, η διαφορά υπέρ της ΝΔ παραμένει μεγάλη και κινείται μεταξύ 9,3 και 12,7 μονάδων.

Τα στοιχεία των GPO και ALCO αποτυπώνουν ένα πολιτικό σκηνικό στο οποίο η ΝΔ παραμένει στην πρώτη θέση. Την ίδια ώρα, η μάχη πίσω από το κυβερνών κόμμα παρουσιάζει έντονες ανακατατάξεις.

Σύμφωνα με την GPO, η εκλογική επιρροή της Νέας Δημοκρατίας διαμορφώνεται στο 29,3%, καταγράφοντας οριακή μεταβολή -0,1% σε σύγκριση με την προηγούμενη μέτρηση. Η ΕΛ.Α.Σ ανεβαίνει στο 16,6%, ενισχυμένη κατά 0,3%.

Διαφορετικά ποσοστά, αλλά αντίστοιχη εικόνα ως προς την κατάταξη, καταγράφει η έρευνα της ALCO στην πρόθεση ψήφου επί των εγκύρων. Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στο 24,6%, ενώ η ΕΛ.Α.Σ ακολουθεί με 15,3%. Και τα δύο κόμματα εμφανίζονται ενισχυμένα κατά 0,6% σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση στα τέλη Ιουνίου.

Το ΠΑΣΟΚ χάνει έδαφος και απομακρύνεται από τη δεύτερη θέση

Πιο δύσκολη γίνεται η εικόνα για το ΠΑΣΟΚ, καθώς και οι δύο μετρήσεις καταγράφουν υποχώρηση των ποσοστών του. Η τάση αυτή μεγαλώνει την απόστασή του από τη δεύτερη θέση και την ΕΛ.Α.Σ.

Στη δημοσκόπηση της GPO, η εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ υπολογίζεται στο 10,8%, μειωμένη κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Ιούνιο, όταν βρισκόταν στο 11,5%.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στην ALCO. Η πρόθεση ψήφου για την αξιωματική αντιπολίτευση διαμορφώνεται στο 9,7%, από 10,4% στην προηγούμενη μέτρηση του Ιουνίου.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι το ΠΑΣΟΚ δεν καταφέρνει, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να ανακόψει την άνοδο της ΕΛ.Α.Σ. Αντίθετα, βλέπει τη μεταξύ τους απόσταση να διευρύνεται.

Χάνει δυνάμεις το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού

Πτωτική πορεία καταγράφει και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού. Τα στοιχεία και των δύο εταιρειών δείχνουν απώλειες σε σύγκριση με τις προηγούμενες μετρήσεις.

Σύμφωνα με την GPO, η εκλογική επιρροή του κόμματος βρίσκεται πλέον στο 7%, σημειώνοντας πτώση 0,8% σε σχέση με τον Ιούνιο.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η υποχώρηση που αποτυπώνεται στη δημοσκόπηση της ALCO. Η πρόθεση ψήφου επί των εγκύρων για την Ελπίδα για τη Δημοκρατία υπολογίζεται στο 6,4%, έναντι 7,8% τον προηγούμενο μήνα.

Η διπλή αυτή πτώση δείχνει ότι η αρχική δυναμική του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού δοκιμάζεται, καθώς οι απώλειες καταγράφονται ταυτόχρονα και στις δύο τελευταίες έρευνες.

Ανεβαίνει η δυνητική ψήφος για ένα κόμμα Σαμαρά

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία για το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά.

Η δημοσκόπηση της GPO καταγράφει τη δυνητική στήριξη προς ένα υπό ίδρυση κόμμα Σαμαρά στο 12,3%, με βάση όσους δηλώνουν ότι είναι πολύ ή αρκετά πιθανό να το ψηφίσουν.

Το ποσοστό εμφανίζεται αυξημένο σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση της ίδιας εταιρείας, όταν η δυνητική ψήφος βρισκόταν στο 9,2%.

Παρόμοιο εύρημα καταγράφει και η ALCO, η οποία υπολογίζει τη δυνητική ψήφο προς ένα ενδεχόμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά στο 12%.

Πρόκειται, πάντως, για μέτρηση δυνητικής ψήφου και όχι για πρόθεση ψήφου σε υφιστάμενο κόμμα. Ωστόσο, η άνοδος του σχετικού ποσοστού αποτελεί στοιχείο που αποκτά πολιτικό ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στον χώρο της Κεντροδεξιάς.

Αρνητική παραμένει η αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής

Παρά το σταθερό δημοσκοπικό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας, η αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου παραμένει αρνητική για την πλειονότητα των πολιτών.

Σύμφωνα με την GPO, το 68,6% των ερωτηθέντων αξιολογεί αρνητικά το κυβερνητικό έργο.

Η συγκεκριμένη επίδοση, ωστόσο, παρουσιάζει βελτίωση για την κυβέρνηση σε σχέση με τον Απρίλιο. Τότε, οι αρνητικές αξιολογήσεις είχαν φτάσει στο 72,2%.

Έτσι, η συνολική δημοσκοπική εικόνα έχει δύο όψεις. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια για την πολιτική της, όμως η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πρωτιά και σημαντική απόσταση από τους αντιπάλους της. Παράλληλα, η ενίσχυση της ΕΛ.Α.Σ, η υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ και οι απώλειες της Μαρίας Καρυστιανού αναδιαμορφώνουν τις ισορροπίες πίσω από το κυβερνών κόμμα.