Η ιστορία της ελληνικής γλώσσας έξω από τα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας είναι μια ιστορία διασποράς, επιρροής και διαρκούς πολιτισμικής συνομιλίας.
Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, τα ελληνικά δεν περιορίστηκαν ποτέ σε ένα στενό εθνικό πλαίσιο· αντίθετα, ταξίδεψαν και συνεχίζουν να ταξιδεύουν αιώνες τώρα.
Ήδη από την αρχαϊκή περίοδο, οι ελληνικές αποικίες στη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο αποτέλεσαν τα πρώτα μεγάλα εργαστήρια εξάπλωσης της γλώσσας. Από τα παράλια της Μικράς Ασίας ως αυτά της Μαύρης Θάλασσας δεν υπήρχαν απλώς εμπορικοί σταθμοί, αλλά κέντρα πολιτισμού όπου η ελληνική γλώσσα λειτουργούσε ως κοινός κώδικας επικοινωνίας.
Η μεγάλη τομή ήρθε με την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τη διαμόρφωση του ελληνιστικού κόσμου. Η κοινή ελληνιστική γλώσσα εξελίχθηκε σε lingua franca μιας τεράστιας γεωγραφικής ζώνης. Ένα παράδειγμα της επίδρασης αυτής ήταν και η γραφή της κοινής διαθήκης στην ελληνική γλώσσα καθώς και των Ευαγγελίων.
Κατά τη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο, τα ελληνικά διατήρησαν τον ρόλο τους ως γλώσσα παιδείας και διοίκησης στην ανατολική Μεσόγειο. Μέσα από τη θεολογία, τη φιλολογία και την επιστήμη, η ελληνική συνέχισε να επηρεάζει την πνευματική ζωή πολλών λαών, ενώ αποτέλεσε βασικό μέσο διάσωσης και μετάδοσης της αρχαίας γνώσης στη μεσαιωνική Ευρώπη.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η ελληνική γλώσσα ακολούθησε τις διαδρομές της διασποράς. Έλληνες λόγιοι εγκαταστάθηκαν σε ιταλικές και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, συμβάλλοντας καθοριστικά στην Αναγέννηση. Παράλληλα, ελληνικές κοινότητες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στα Βαλκάνια και στη Μαύρη Θάλασσα διατήρησαν τη γλώσσα ως στοιχείο συλλογικής ταυτότητας κατά την τουρκοκρατία.
Στους νεότερους χρόνους, τα μεταναστευτικά ρεύματα μετέφεραν την ελληνική γλώσσα σε κάθε ήπειρο. Στην Αμερική, την Αυστραλία,την Αφρική και τη Δυτική Ευρώπη δημιούργησαν σχολεία και πολιτιστικούς συλλόγους που συνέβαλαν στη διατήρηση της γλώσσας. Παρότι οι νεότερες γενιές συχνά ισορροπούν ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες γλωσσικές ταυτότητες, η ελληνική γλώσσα παραμένει σημαντικός δεσμός με την πολιτισμική τους κληρονομιά.
Οι Έλληνες του εξωτερικού σήμερα μεγαλώνουν σε πολυγλωσσικά περιβάλλοντα, όπου η ελληνική γλώσσα πρέπει να συνυπάρξει δημιουργικά με άλλες γλώσσες. Καλείται λοιπόν η Πολιτεία να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στο τρίπτυχο διδασκαλία-διάδοση- διατήρηση της γλώσσας μας, τόσο στις μελλοντικές γενιές της διασποράς όσο και στους απανταχού φιλέλληνες.
Διαφαίνεται επιτακτική η ανάγκη να υιοθετηθεί πλέον μια εθνική πολιτική για την ελληνική γλώσσα στο εξωτερικό, μέσα από ένα νεωτεριστικό πρίσμα καθώς το μοντέλο της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης των τελευταίων τριάντα ετών, έχει ξεπεραστεί. Ένας ριζικός επανασχεδιασμός θα έφερνε νέο αέρα στην διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας με την ενεργό συμμετοχή της ελληνικής διασποράς και μια εθνική πολιτική με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα γλωσσικών δομών.
Εδώ η τεχνολογία παίζει καθοριστικό ρόλο. Ψηφιακές πλατφόρμες μάθησης, διαδικτυακά σχολεία, πολιτιστικά podcasts, ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιτρέπουν την καθημερινή επαφή με τη γλώσσα, ανεξάρτητα από γεωγραφικές αποστάσεις.
Η γλώσσα αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο πολιτισμικής συνέχειας και ταυτότητας, και η προστασία και προώθησή της δεν είναι απλώς εκπαιδευτική πολιτική, αλλά στρατηγική πολιτισμού.
Πρώτος και βασικός άξονας είναι η συστηματική ενίσχυση της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στο εξωτερικό. Αυτό σημαίνει σύγχρονα προγράμματα σπουδών, επιμόρφωση εκπαιδευτικών, ψηφιακό εκπαιδευτικό υλικό. Η τεχνολογία προσφέρει σήμερα τη δυνατότητα δημιουργίας ενιαίων ψηφιακών πλατφορμών, ώστε μαθητές σε κάθε γωνιά του κόσμου να έχουν πρόσβαση σε ποιοτική διδασκαλία και πολιτιστικό περιεχόμενο.
Σε τελική ανάλυση, η διάδοση της ελληνικής γλώσσας δεν είναι ζήτημα νοσταλγίας, αλλά επένδυση πολιτισμικής συνέχειας. Με στοχευμένες πολιτικές, τεχνολογική αξιοποίηση και ουσιαστική συνεργασία με τη διασπορά, η ελληνική πολιτεία μπορεί να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις ώστε τα ελληνικά να παραμείνουν ζωντανό μέσο επικοινωνίας και ταυτότητας στο μέλλον.Είναι ώρα για έναν ελληνισμό ενωμένο μέσα από τη γλώσσα μας, έναν ελληνισμό πιο κοντά στο Μητροπολιτικό Κέντρο.
* Η Μαρία Διαμαντοπούλου είναι εκπαιδευτικός, με ειδικότητα τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ως δεύτερης/ξένης γλώσσας. Διετέλεσε διευθύνουσα του Γραφείου Εκπαίδευσης στην ελληνική πρεσβεία και υπεύθυνη του εξεταστικού κέντρου για την ελληνομάθεια Παρισίων. Ήταν υποψήφια βουλευτής Επικρατείας της ΝΔ για τη Διασπορά.


