Η «Ελπίδα» φαίνεται πως άρχισε να εξατμίζεται μαζί με το ξυλόλιο. Φυσιολογικό θα πει κανείς αν σκεφτεί ότι έχουν αρχίσει οι υψηλές θερμοκρασίες.
Καθόλου φυσιολογικό, όμως, αν σκεφτεί ότι το κόμμα της εμφανίστηκε σαν πολύφερνη αντισυστημική νύφη από τη… Ρωσία για να ταράξει την ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Αν κάποιος αναζητήσει την πραγματική αιτία που το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού άρχισε να φυλλορροεί θα μπορούσε να τη βρει στο γεγονός ότι η γυναίκα αυτή αποσυνδέθηκε πλήρως και με δική της ευθύνη από την τραγική ιδιότητα υπό την οποία έγινε γνωστή στην ελληνική κοινωνία.
Μόλις, μέσα σε μία μέρα, τρεις διαφημισμένες παρουσίες εγκατέλειψαν το εγχείρημα: ο πραγματογνώμονας στην υπόθεση των Τεμπών Βασίλης Κοκοτσάκης, ο πτέραρχος εν αποστρατεία Αθανάσιος Παπανικολάου και ο TikToker Δημήτρης Σαββίδης – πρόσωπα που είχαν ταυτιστεί με τη γέννηση του κινήματος.
Η Καρυστιανού αντέδρασε με τον γνώριμο τρόπο της, αυτόν που είναι γεμάτος πολιτική άγνοια, σύγχυση, σύγκρουση και αδυναμία διαχείρισης της πραγματικότητας, σκηνοθετημένο θυμό. Μίλησε για «λάσπη», «συκοφαντία» και «πρόθυμους» που επιχειρούν να τη διασπάσουν. Ο πόλεμος, λέει, «συνεχίζεται».
Ωστόσο, οι αποχωρήσεις αυτές δεν είναι μια απλή οργανωτική αναποδιά. Ο Κοκοτσάκης δεν ήταν ένα τυχαίο πρόσωπο στο περιθώριο του κόμματος. Σύμφωνα με πληροφορίες, αποτελούσε τον «συνδετικό κρίκο» μεταξύ του κινήματος των Τεμπών και του πολιτικού φορέα, αναλαμβάνοντας τη δημιουργία και τον συντονισμό τοπικών κινήσεων στην Κρήτη – ένα μοντέλο που θεωρούνταν «υποδειγματικό» και για την υπόλοιπη Ελλάδα. Η φυγή του, επομένως, δεν έχει μόνο συμβολική σημασία. Εχει οργανωτικές συνέπειες που ακόμα δεν μπορούν να αποτιμηθούν πλήρως.
Στην επιστολή του κατήγγειλε «σοβαρές οργανωτικές ελλείψεις» και απουσία ουσιαστικής συζήτησης για θεσμικά, πολιτικά και οργανωτικά θέματα. «Δεν μπορείς να ευαγγελίζεσαι τη διαφάνεια όταν λειτουργείς με ‘‘αυλές’’», έγραψε, αποδίδοντας στην ίδια την Καρυστιανού «την κύρια πολιτική ευθύνη» για τον τρόπο που οργανώθηκε ο φορέας. Πηγές του νεόκοπου κόμματος εξηγούν ότι η αιχμηρή αποχώρηση στρέφεται κατά συγκεκριμένων προσώπων – ιδίως της Μαρίας Γρατσία. «Δεν γίνεται για ό,τι συμβαίνει να πρέπει να παίρνουμε έγκριση από τη Γρατσία», λένε.
Ο Παπανικολάου πήγε ακόμα πιο μακριά: δήλωσε ότι ο φορέας «καθοδηγείται από ομάδα προσώπων, πολλά εκ των οποίων είναι πρώην στελέχη της Νίκης». Αυτή η επισήμανση δεν είναι τυχαία. Η Νίκη, το κόμμα του Δημήτρη Νατσιού, με ισχυρά θρησκόληπτα και εθνικιστικά χαρακτηριστικά, δεν ανήκει τυπικά στο ίδιο πλαίσιο με την Ελπίδα. Ουσιαστικά, όμως, μοιράζονται το ίδιο ορμπανικό, φιλοπουτινικό, νεορθόδοξο ή ακόμα και αντιφεμινιστικό αφήγημα.
Κι όλα αυτά αντανακλώνται στις δημοσκοπήσεις με ψυχρή ακρίβεια. Σύμφωνα με την πανελλαδική έρευνα των RealPolls/Protagon του Ιουνίου, η Ελπίδα βρίσκεται στο 9,4% στην πρόθεση ψήφου, χάνοντας δύο μονάδες από τον Μάιο – ενώ στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος διαμορφώνεται στο 11,9%.
Αλλη μέτρηση, της Interview για την Political, την καταγράφει στο 5,4%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη υποχώρηση της έρευνας: το 67% των πολιτών θεωρεί ότι τα στελέχη του κόμματος δεν διαθέτουν πειστική πολιτική παρουσία και μόλις το 6% αναγνωρίζει πρόσωπα με επάρκεια και σοβαρότητα.
Η ψαλίδα ανάμεσα στις μετρήσεις των διαφόρων εταιρειών, από 5,4% έως 12,5%, δεν καταδεικνύει μεθοδολογικές διαφορές. Το κενό αυτό καταγράφει κυρίως το γεγονός ότι η Ελπίδα για τη Δημοκρατία δεν έχει σχηματοποιημένη πολιτική ταυτότητα στο μυαλό του ψηφοφόρου.
Και αυτή είναι πολύ ανησυχητική ένδειξη για έναν τόσο νεαρό κομματικό σχηματισμό που ξεκίνησε να χτίζεται πάνω στο συναίσθημα που γέννησε στη συλλογική συνείδηση η ανείπωτη τραγωδία των Τεμπών αλλά, προτού καλά καλά μπουν οι σκαλωσιές, άλλαξε δρόμο.
Τόσο οι ατυχέστατες δηλώσεις συγκλονιστικής άγνοιας της ίδιας της κ. Καρυστιανού για πολιτικά και διπλωματικά ζητήματα όσο και η ακραίες φιλοπουτινικές θέσεις της, κατέδειξαν ότι πρόκειται για ένα κόμμα-εργαλείο που θα εκμεταλλευτεί για άγνωστους λόγους τη συναισθηματική ψήφο που ετοιμάζεται να διεκδικήσει. Και αυτά δεν είναι προβλήματα που διορθώνονται με μιμήσεις οργισμένων σοσιαλμιντιακών αναρτήσεων, όπως επιχείρησε η ίδια.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι το πέρασμα από το άφατο πένθος στον δημόσιο αντικυβερνητικό λόγο με αντισυστημικό και απολιτικό λόγο, δεν είναι προϋπόθεση για να πείσει για τις πολιτικές ικανότητές της. Όταν μάλιστα η ίδια προσπαθεί με κάθε τρόπο, πιθανό και απίθανο, να αποδείξει ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που η κοινή γνώμη αντιλαμβάνεται.