Στην ελληνική πολιτική έχουμε συνηθίσει στα μεγάλα λόγια και στα μικρά αποτελέσματα.
Το πραγματικό ζητούμενο, όμως, είναι αν υπάρχει σχέδιο και αν αυτό παράγει αποτέλεσμα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται σήμερα η ουσία της συζήτησης.
Η συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας δεν είναι θεωρητική. Δεν αφορά μόνο οικονομολόγους ή κυβερνητικά έδρανα. Αφορά τον επαγγελματία που θέλει σταθερότητα, τον νέο που αναζητά προοπτική, τον εργαζόμενο που απαιτεί ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Κι εκεί ακριβώς αποκτά αξία η επιλογή της κυβέρνησης να μετατοπίσει το βάρος από τη διαχείριση της κρίσης στη δημιουργία ανάπτυξης.
Η έμφαση στη βιομηχανία, στη μεταποίηση, στην καινοτομία και στις επενδύσεις δεν είναι απλώς τεχνικοί όροι πολιτικής. Είναι το νήμα που συνδέει μια χώρα που για χρόνια κατανάλωνε το μέλλον της με μια Ελλάδα που επιλέγει να το χτίσει. Δεν πρόκειται για εύκολες αποφάσεις ούτε για δρόμο χωρίς εμπόδια. Πρόκειται όμως για κατεύθυνση με νόημα.
Η Βόρεια Ελλάδα, για δεκαετίες παγιδευμένη ανάμεσα σε χαμένες ευκαιρίες και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, επιχειρεί σήμερα να μετατραπεί σε κόμβο ανάπτυξης, με επενδυτικά εργαλεία, θεσμική σταθερότητα, απλοποίηση διαδικασιών και ενίσχυση της παραγωγικής βάσης. Είναι η διαφορά ανάμεσα στο «βλέπουμε» και στο «προχωράμε».
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι ακόμη θα υπάρξουν πληγές, καθυστερήσεις και αδυναμίες για αυτό και δεν ονειροβατεί. Όμως έχει επιλέξει κάτι που στην ελληνική πολιτική σπανίζει, που είναι η συνέχεια και το σχέδιο. Μια προσπάθεια να μετακινηθεί η χώρα από τη λογική της επιβίωσης στη λογική της δημιουργίας.
Και τελικά, αυτό είναι το στοίχημα της εποχής, όχι απλώς να κρατηθούμε όρθιοι, αλλά να σταθούμε μπροστά. Να μη συμβιβαστούμε με το ελάχιστο, αλλά να διεκδικήσουμε το εφικτό και το καλύτερο, με σοβαρότητα, επιμονή και πίστη στις δυνατότητές μας.
Ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική πολιτική πράξη σήμερα, να θυμίζεις στους πολίτες ότι η χώρα μπορεί. Και να εργάζεσαι ώστε αυτό το «μπορεί» να γίνει καθημερινή πραγματικότητα.


