Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ στην Ελλάδα έχει και ουσιαστική αλλά και συμβολική αξία.
Οι αναφορές του στον ρόλο της χώρας και η επιβεβαίωση ότι αποτελεί ενεργειακό και γεωστρατηγικό πυλώνα ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς και οι επισημάνσεις του ως προς την εμβάθυνση της συνεργασίας και στον τομέα της άμυνας, είναι ιδιαίτερης σημασίας.
Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα έτυχε προβολής σε όλα τα μεγάλα ξένα μέσα ενημέρωσης, με αναλυτές να τονίζουν ότι επί της ουσίας δίνεται ψήφος εμπιστοσύνης στη χώρα, μέσα σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αστάθεια.
Η κάλυψη και τα ρεπορτάζ επικεντρώθηκαν στο γεγονός πως ο υπουργός Εξωτερικών και στενός συνεργάτης του προέδρου των ΗΠΑ έδωσε το στίγμα και της πολιτικής αναφορικά με την Ελλάδα και την περιοχή που ταλανίζεται από αναταράξεις.
Η ομιλία του στην Πνύκα, σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία συμπληρώνονται 250 χρόνια από την υιοθέτηση της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, στις 4 Ιουλίου 1776, μόνο απαρατήρητη δεν πέρασε — τόσο ως προς τα μηνύματα προς την Ευρώπη όσο και ως προς την ανάδειξη του ρόλου της Ελλάδας στη Δημοκρατία και στον πολιτισμό.
Δεν είναι μόνο η ψήφος εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα. Είναι συνολικά η τακτική που επελέγη από την πλευρά των ΗΠΑ. Το γεγονός ότι ο Μάρκο Ρούμπιο δεν μεταβαίνει στην Αγκυρα ή δεν έρχεται στην Αθήνα από τη γείτονα είναι και αυτό κάτι που δείχνει πως ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η χώρα διαφοροποιείται.
Τι εννοούμε; Οτι πλέον η Ελλάδα αντιμετωπίζεται αυτόνομα. Ως χώρα-πυλώνας, ως χώρα-κόμβος σε ένα ενεργειακό πεδίο που μετατρέπεται σε σταθερά ως προς την αντιμετώπιση γεωπολιτικών εξελίξεων. Αρκεί να δει κανείς τις αντιδράσεις στην Τουρκία για να γίνει αυτό κατανοητό και παράλληλα επιβεβαιωτικό ως προς τις τοποθετήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος έχει από την αρχή ξεκαθαρίσει ότι η χώρα και η εξωτερική πολιτική της δεν ετεροπροσδιορίζονται.
Εξωτερική πολιτική που δεν μπορεί παράλληλα να αποτελεί πεδίο αντιπολιτευτικό, πολύ περισσότερο τη στιγμή κατά την οποία όλες οι κατηγορίες περί δήθεν υποχωρητικότητας έναντι της Τουρκίας έχουν πέσει στο κενό, αν και ουδείς εξεπλάγη από το γεγονός ότι κόμματα της αντιπολίτευσης —που δηλώνουν κόμματα εξουσίας— έσπευσαν να θέσουν ερωτήματα και να επικαλεστούν εκτιμήσεις με άλματα λογικής, πριν καν ολοκληρωθεί η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ.
Αυτές οι τακτικές αναδεικνύουν μόνο μία αγωνία: μικροκομματική και μικροπολιτική. Μια αγωνία που δεν συνδέεται με τα συμφέροντα της χώρας —τα οποία επικαλούνται ως δικαιολογία— και τα οποία είναι βασική αρχή άσκησης εξωτερικής πολιτικής.
Αρέσει δεν αρέσει σε κάποιους —εντός και εκτός συνόρων—, η Ελλάδα αναβαθμίζεται γεωπολιτικά, γεωστρατηγικά και οικονομικά. Παράλληλα, η σταθερότητα έρχεται να αναδείξει τις δυνατότητές της και να βάλει τις βάσεις για την αλλαγή και την προοπτική.
Και το θέμα δεν είναι ιδεολογικό, αλλά ποιος και με ποιον τρόπο το κάνει αυτό. Οι αντιδράσεις, αν δεν είναι ιδεοληπτικές, είναι καιροσκοπικές. Αυτό φάνηκε και από την προσπάθεια που έγινε με τα συλλαλητήρια που πραγματοποιήθηκαν και τη μικρή συμμετοχή σε αυτά.
Αλλωστε, το «ανήκομεν εις την Δύσιν» του Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν αφορούσε μόνο συμμαχίες· αφορούσε και θέματα δημοκρατίας και πολιτισμού. Ζητήματα ιδεολογίας και ανθρωπισμού.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»