Η δίκη για το δυστύχημα των Τεμπών πρέπει να διεξαχθεί με τάξη, αξιοπρέπεια και ηρεμία.

Αν εμείς έχουμε μία φορά τον νου μας, μια αγωνία και ένα σφίξιμο στο στομάχι για την έναρξη της δίκης των Τεμπών, τι να πουν οι γονείς και οι συγγενείς των θυμάτων, νεκρών και επιζώντων;

Τι να πουν αυτοί οι άνθρωποι που περιμένουν να «δικαιωθούν» τα παιδιά τους; Κι όμως, ας λέμε τα πράγματα με το όνομά τους: κανένας νεκρός δεν δικαιώνεται πραγματικά με καμία δικαστική απόφαση, αφού η ζωή δεν επιστρέφει πίσω.

Τι να πουν οι γονείς που έθαψαν τα παιδιά τους και πλέον στέκονται καθημερινά μπροστά σε ένα παγωμένο μάρμαρο, αφήνοντας εκεί ό,τι απέμεινε από τον κόσμο τους; Πώς να σταθούν σε μια αίθουσα και να αντικρίσουν εκείνους που κατηγορούνται για τον χαμό των παιδιών τους; Με τι ψυχικά αποθέματα, με τι δύναμη, με ποια αντοχή;

Και όμως, η έναρξη της δίκης δεν έγινε όπως θα έπρεπε. Μια αίθουσα ασφυκτικά γεμάτη, συγγενείς όρθιοι, άνθρωποι χωρίς άμεσο ενδιαφέρον παρόντες, να καταλαμβάνουν θέσεις που είχαν προϋπολογιστεί για τους πρώτους, εντάσεις, ακόμη και για απειλές. Όλα αυτά ενισχύουν σε μια μικρή μερίδα ένα κοινωνικό αίσθημα που άνθησε μετά τον κόβιντ κυρίως: την αμφιβολία για την πλήρη και ουσιαστική απόδοση δικαιοσύνης.

Η πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει το αυτονόητο. Πρώτα απ’ όλα χώρο με σεβασμό για τους επιζώντες, τους γονείς, τους συγγενείς, τους άμεσα εμπλεκόμενους. Η παρουσία στην αίθουσα δεν μπορεί να είναι ζήτημα περιέργειας, και η πολιτεία είναι αυτή που με αυστηρό έλεγχο θα πρέπει να απαγορεύσει την είσοδο στους μη έχοντες λόγο παρουσίας εκεί.

Η δίκη αυτή πρέπει να διεξαχθεί με τάξη, αξιοπρέπεια και ηρεμία. Είναι το ελάχιστο χρέος στη μνήμη όσων χάθηκαν και σε εκείνους που συνεχίζουν να ζουν με μια απώλεια που δεν τελειώνει ποτέ.