Σιγά σιγά κλείνει και ο κύκλος των δημοσκοπήσεων δεδομένου ότι στην αιχμή του καλοκαιριού δεν διεξάγονται έρευνες.

Οι επόμενες αναμένονται, λογικά, στις αρχές Σεπτεμβρίου, αν και κάθε χρονιά αυτές που δίνουν ένα στίγμα διεξάγονται μετά τη ΔΕΘ.

Οι δημοσκοπήσεις με τις οποίες κλείνει η σεζόν καταγράφουν κάποια στοιχεία ως προς τις προτιμήσεις των πολιτών μετά και την επίσημη εμφάνιση των κομμάτων του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού, με τη ΝΔ να βρίσκεται στην πρώτη θέση με διαφορά.

Οι αλλαγές καταγράφονται από τη δεύτερη θέση και μετά όπου η ΕΛΑΣ έχει πάρει τη θέση του ΠΑΣΟΚ με κάπως καλύτερα ποσοστά και το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη να κινείται στα επίπεδα –και λίγο παρακάτω– των ποσοστών που έλαβε στις εκλογές του 2023.

Η ΝΔ βρίσκεται στην πρώτη θέση με το 3 να καταγράφεται σχεδόν στο σύνολο των δημοσκοπήσεων μπροστά από τα ποσοστά της και το δεύτερο κόμμα –η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα– να βρίσκεται σε απόσταση μεταξύ 12% και 14% στην εκτίμηση ψήφου καθιστώντας στην παρούσα φάση κάπως άστοχη την προσπάθεια να δημιουργηθεί η αίσθηση πως βρέθηκε ο δεύτερος πόλος τον οποίο αναζητούν εδώ και τρία χρόνια αντιπολίτευση και λοιποί ενδιαφερόμενοι.

Ναι μεν το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα «κάθισε» με την επίσημη εμφάνισή του στη δεύτερη θέση, αλλά χρειάζεται πολλά ακόμη για να τεθεί στην πολιτική σκηνή υπό την έννοια του άλλου πόλου και είναι ακόμη άγνωστο αν υπάρχουν οι δεξαμενές ψηφοφόρων που δύναται να οδηγήσουν σε αυτή την εξέλιξη.

Τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων επίσης ρίχνουν νερό και στον μύλο των σεναρίων περί μη αυτοδυναμίας, περί συνεργασιών ή περί δεύτερων εκλογών για τον σχηματισμό κυβέρνησης μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές –που ο πρωθυπουργός έχει προσδιορίσει χρονικά την άνοιξη του 2027– και τίθεται συνεχώς το ερώτημα για το ποιος θα συνεργαστεί με ποιον και γιατί.

Οπότε το ερώτημα είναι αν η αυτοδυναμία μπορεί να επιτευχθεί ή όχι. Πρώτα απ’ όλα, να αποσαφηνίσουμε ότι το τι θα γίνει στις εκλογές και το πώς θα επιλέξουν να ψηφίσουν οι ψηφοφόροι δεν μπορεί κάποιος να το προεξοφλήσει. Το αν θα δώσει αυτοδυναμία, αν θα χρειαστούν δεύτερες εκλογές ή αν θα δημιουργηθούν συσχετισμοί ικανοί να φέρουν συνεργατικά σχήματα στην εξουσία είναι κάτι που θα το δείξουν οι κάλπες.

Όμως, με βάση τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων, το ενδεχόμενο αυτοδυναμίας δεν είναι κάποιο μακρινό όνειρο για το κόμμα της ΝΔ. Το αντίθετο. Η ιστορία έχει δείξει ότι όταν οι πολίτες συντάσσονται με τη σταθερότητα και την ασφάλεια τα δεδομένα διαμορφώνονται με τρόπο που εκπλήσσει τους πάντες.

Ας δούμε, για παράδειγμα, τι συνέβη το 2023. Τον Απρίλιο εκείνου του έτους, δύο σχεδόν μήνες πριν από τις εθνικές εκλογές, η ΝΔ κατέγραφε ποσοστό της τάξης του 32%, ενώ το δεύτερο κόμμα –ο ΣΥΡΙΖΑ με αρχηγό τον Αλέξη Τσίπρα–25,5% και μια διαφορά της τάξης των 6,5 μονάδων. Υπήρχαν και δημοσκοπήσεις με μικρότερη διαφορά, αλλά τα ποσοστά των κομμάτων καταγράφονταν σε αυτά τα επίπεδα περίπου.

Στις εκλογές –και σε αυτές που έγιναν με απλή αναλογική και στις αμέσως επόμενες– η διαφορά εκτινάχθηκε, ενώ το πρώτο κόμμα έφτασε στο 41% πιάνοντας την αυτοδυναμία, που τελικά αποτέλεσε και τη βάση αντιμετώπισης των κρίσεων που ακολούθησαν και συνεχίζονται με τον ίδιο ρυθμό. Το αν και κατά πόσο μπορεί να επαναληφθεί αυτό είναι στα χέρια των πολιτών και στις επιλογές τους. Σε κάθε περίπτωση, αν μη τι άλλο, οι διαφορές που καταγράφονται είναι διπλάσιες ή και τριπλάσιες απ’ αυτές που καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις του 2023.

Το μπαράζ υποσχέσεων που είναι σε εξέλιξη από τα κόμματα της αντιπολίτευσης συνδέεται και με τις δημοσκοπήσεις, κυρίως όμως με αυτές που θα έλθουν, αφού η μάχη δεν έχει κριθεί ως προς την τελική κατάταξη και τον μεταξύ τους διαγκωνισμό. Γι’ αυτό και βλέπουμε να υπάρχει μια συνεχής κινητικότητα που θυμίζει ακόμη και σήμερα προεκλογική περίοδο.