Η επίσκεψη του Γιώργου Παπανδρέου το 2011 στην Τουρκία και η συνάντηση με τον Ερντογάν άφησε περισσότερα αναπάντητα ερωτήματα παρά έλυσε προβλήματα στις σχέσεις των δύο χωρών.

Όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωνε (στη συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου) ότι είναι ο μόνος Έλληνας πρωθυπουργός που έθεσε το θέμα του casus belli μέσα στην Τουρκία, ήταν ξεκάθαρο σε ποιους απαντούσε.

Ωστόσο, το ΠΑΣΟΚ, μέσα στον γενικό μικρομεγαλισμό του, αισθάνθηκε πως έπρεπε να απαντήσει. Και έσπευσε να αναφερθεί στην παρουσία του Γιώργου Παπανδρέου στο Ερζερούμ της Τουρκίας τον Ιανουάριο του 2011. Θέτοντας το ερώτημα «προϊόν αλαζονείας, υποκρισίας ή άγνοιας η χθεσινή δήλωση του πρωθυπουργού;». Αναρωτιέται κανείς για ποιον λόγο εκεί στο ΠΑΣΟΚ, στην προσπάθεια συγγραφής λευκών σελίδων, «σκαλίζουν» τα παλιά.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, «η Ιστορία γνωρίζει ότι ήδη από τον Ιανουάριο 2011, ο Έλληνας πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου έθεσε με κατηγορηματικό τόνο το σύνολο της τουρκικής προκλητικότητας και ιδίως το θέμα του casus belli, παρουσία του Τούρκου προέδρου Τ. Ερντογάν και ενώπιον του συνόλου των πρέσβεων της γειτονικής χώρας, στο Ερζερούμ».

Και προστίθεται: «Σε κάθε περίπτωση, το υπουργείο Εξωτερικών, αφού ολοκληρώσει τη διαρρύθμιση λόγω υπερπληθυσμού υφυπουργών, οφείλει να τον προστατεύσει από ανάλογες δηλώσεις στο μέλλον»!

Η αλήθεια είναι πως στη συνέλευση των Τούρκων πρέσβεων στο Ερζερούμ (7 Ιανουαρίου 2011), ο Γ. Παπανδρέου έθεσε πράγματι μια σειρά από θέματα – με έμφαση στις υπερπτήσεις και στο Κυπριακό. «Στο ερώτημα ειρήνη ή σύγκρουση επιλέγουμε ειρήνη», είχε πει, προσθέτοντας ότι «και η ειρηνική συνύπαρξη έχει τις προϋποθέσεις της. Η εμπιστοσύνη δύσκολα χτίζεται, ενώ πολύ εύκολα χάνεται».

Στην ομιλία του, είπε συγκεκριμένα:

«Την παραμονή της άφιξής μου στην Τουρκία, οκτώ αεροσκάφη της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας πέταξαν πάνω από το Αγαθονήσι. Οκτώ αεροσκάφη παραβίασαν την ελληνική κυριαρχία. Τι προσπαθεί να αποδείξει η Τουρκία; Το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο δεν θα αλλάξει. Αν θέλει ειρήνη η Τουρκία, αυτά πρέπει να σταματήσουν. Η απειλή πολέμου δεν έχει θέση στις διμερείς σχέσεις, ούτε λύνει προβλήματα».

Συνάντηση τριών ωρών χωρίς πρακτικά!

Αλλά η Ιστορία δεν γράφεται επιλεκτικά, με λευκές σελίδες και χωρίς πρακτικά.

Διότι για εκείνη την επίσκεψή του στην Τουρκία ο κ. Παπανδρέου κατηγορήθηκε από όλα τα κόμματα για μυστική διπλωματία.

Κι αυτό διότι έκανε μεν μια ωραία ακαδημαϊκή-θεωρητική ομιλία απευθυνόμενος στους πρέσβεις, παρέστη στα εγκαίνια του σταδίου της χειμερινής Πανεπιστημιάδας (όπου όλοι φορούσαν από ένα γαλάζιο κασκόλ), αλλά είχε και μια ιδιωτική συνάντηση με τον Ταγίπ Ερντογάν που κράτησε πάνω από τρεις ώρες, χωρίς να τηρηθούν πρακτικά!

Ουδέποτε πληροφορηθήκαμε το περιεχόμενο εκείνης της συζήτησης και αυτό ήταν που κυριάρχησε στον ελληνικό Τύπο – και τον συμπολιτευόμενο. Όλα τα κόμματα είχαν τότε εκδώσει ανακοινώσεις ζητώντας να πληροφορηθούν τι ακριβώς συζήτησαν οι δύο ηγέτες στην κατ’ ιδίαν συνάντησή τους, επισημαίνοντας την έλλειψη διαφάνειας.

Σ’ εκείνο το ταξίδι, κατά την ομιλία του στα εγκαίνια των εγκαταστάσεων της Χειμερινής Πανεπιστημιάδας, ο κ. Παπανδρέου είχε πει αναφερόμενος σε όσα συμβολίζει η Ολυμπιακή Εκεχειρία:

«Τον περασμένο Μάιο, ο πρωθυπουργός σας και φίλος μου, Ταγίπ, ήρθε στην Αθήνα και επισκέφθηκε και το Παναθηναϊκό Στάδιο.

Και μαζί υπογράψαμε το βιβλίο για την Ολυμπιακή Εκεχειρία».

Παράλληλα, εξήρε τον ρόλο του Τούρκου πρωθυπουργού, με τον οποίο, από κοινού όπως είπε, «βάλαμε σε νέες βάσεις τη συνεργασία μας και εντατικοποιήσαμε τις προσπάθειες για τη βελτίωση των σχέσεών μας». 

«Να μετατρέψουμε τη γειτονιά μας σε περιοχή ειρήνης, σταθερότητας και ανάπτυξης, αυτός είναι ο στόχος μας», επισήμανε, σημειώνοντας παράλληλα ότι η Ελλάδα θα είναι στο πλευρό της Τουρκίας, για τη διεκδίκηση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2020. Όπως επισήμως ανακοινώθηκε, «πριν από την τελετή εγκαινίων του σταδίου και στο περιθώριο της ετήσιας συνόδου των Τούρκων πρεσβευτών, ο κ. Παπανδρέου είχε συνάντηση τριών ωρών με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Τι μας είπαν ότι… είπαν!

Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, συνέβησαν τα ακόλουθα:

«Η συνάντηση των δύο ηγετών άρχισε όπως είχε προγραμματιστεί στις 10 το πρωί, με τη συμμετοχή μόνο των κ. Παπανδρέου και Ερντογάν, ενώ λίγο πριν από τις 12, στην αίθουσα προσήλθαν και οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών, Δημήτρης Δρούτσας και Αχμέτ Νταβούτογλου.

Σε αυτήν συζητήθηκαν θέματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένων και των τουρκικών υπερπτήσεων, ενώ έγινε εκτενής αναφορά και στο ζήτημα της λαθρομετανάστευσης (και στην προγραμματισμένη κατασκευή φράχτη στον Έβρο). Θέματα που αφορούν το Αιγαίο, όπως υφαλοκρηπίδα κ.λπ. αποτελούν αντικείμενο των διερευνητικών επαφών που συνεχίζονται.

Η συνάντηση που έγινε σήμερα στο Ερζερούμ δεν είχε στόχο την επίλυση συγκεκριμένων θεμάτων και τη λήψη συγκεκριμένων αποφάσεων, αλλά σκοπεύει στη δημιουργία του πλαισίου που θα προωθήσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι οποίες αναπτύσσονται μέσα στους θεσμούς που έχουν αποφασιστεί.

Ένας τέτοιος θεσμός είναι το Ανώτατο Συμβούλιο, τη σύγκληση του οποίου θα προετοιμάσει η επικείμενη επίσκεψη του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου στην Αθήνα το Μάρτιο.

Ο κ. Νταβούτογλου χαρακτήρισε τη συμμετοχή του πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών Δ. Δρούτσα στη σύνοδο απόδειξη του υψηλού επιπέδου των ελληνοτουρκικών σχέσεων».

Σε δηλώσεις του, στο πρακτορείο «Ανατολή», ο κ. Νταβούτογλου εστίασε στην «ιστορικής» σημασίας ομιλία των κ. Παπανδρέου και Δρούτσα. «Η Τουρκία πάντοτε ανταποκρίνεται στις ειλικρινείς προθέσεις φιλίας και όταν την προσεγγίζουν με αυτόν τον τρόπο. Αυτή είναι η πολιτική μας στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή», συμπλήρωσε. Αρα, σε αντίθεση με όσα λέει σήμερα το ΠΑΣΟΚ, η συνάντηση δεν είχε στόχο την επίλυση συγκεκριμένων θεμάτων.

Διευκρινίσεις από τον Δρούτσα

Ήταν τόσο μεγάλες οι αντιδράσεις, που στις 10 Ιανουαρίου 2011, μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ, ο Δημήτρης Δρούτσας δήλωσε ότι δεν υπάρχει ελληνική κυβέρνηση που να μην προωθεί τα συμφέροντα της Ελλάδας και τους διαχρονικούς στόχους και έκανε έκκληση να σταματήσει η υποκρισία ότι η εκάστοτε κυβέρνηση είναι ο μειοδότης και η εκάστοτε αντιπολίτευση ο υπερπατριώτης. «Να σταματήσει αυτή η υποκρισία, προς όφελος της Ελλάδας», είχε πει.

Ειδικά όσον αφορά τη συνάντηση Παπανδρέου-Ερντογάν, ο κ. Δρούτσας είχε αναφέρει ότι συζητήθηκε κατά κύριο λόγο το θέμα της λαθρομετανάστευσης, στο οποίο «υπήρξε συμφωνία για στενή συνεργασία», αλλά και διμερή, περιφερειακά και διεθνή θέματα.

Επομένως, το θέμα του casus belli (αιτία πολέμου) ετέθη σε μια ομιλία προς τους πρέσβεις και όχι στον ίδιο τον Ερντογάν.

Αυτό, όμως, που είπε ο Μητσοτάκης είναι διαφορετικό:

«Πρέπει να σας πω ότι, εξ όσων γνωρίζω, είμαι ο μόνος Έλληνας πρωθυπουργός ο οποίος πήγε στην Άγκυρα και έθεσε ευθέως, με ευγένεια, αλλά νομίζω και χωρίς να υποχωρώ από τις ελληνικές θέσεις, το ζήτημα του casus belli. Και είπα ξεκάθαρα στον πρόεδρο Ερντογάν: Δεν γίνεται, 31 χρόνια μετά την απειλή πολέμου, εσύ να θέλεις να έρχεσαι πιο κοντά στην Ευρώπη, εγώ να θέλω υπό προϋποθέσεις να σε φέρω πιο κοντά στην Ευρώπη και ταυτόχρονα να κρατάς ανοιχτή μία απειλή πολέμου σε περίπτωση που η Ελλάδα κάνει τι; Ασκήσει ένα νόμιμο κυριαρχικό δικαίωμα με βάση το Διεθνές Δίκαιο;». Τώρα τι θυμάται και τι θέλει να θυμάται το ΠΑΣΟΚ, είναι άλλο ζήτημα…

«Έθεσε το θέμα γενικώς και αορίστως»…

Θυμόμαστε, για παράδειγμα, άρθρο (Αλίκη Μάτση) στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» (9 Ιανουαρίου 2011), υπό τον τίτλο «Το Ερζερούμ είναι μακριά απ’ τη Χάγη».

Σύμφωνα με το άρθρο, «το ενδεχόμενο προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης επανέφερε προχθές από το Ερζερούμ της Τουρκίας ο Ελληνας πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, δίχως ωστόσο να θέσει και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Αιγαίο και κυρίως στο θέμα της υφαλοκρηπίδας. Ο κ. Παπανδρέου έθεσε το θέμα γενικώς και αορίστως, ενώ το περιβάλλον του διευκρίνιζε ότι ο γύρος των διερευνητικών επαφών συνεχίζεται, δίχως όμως κανείς με βεβαιότητα να μπορεί να πει πού ακριβώς θα καταλήξουν.

Επί της ουσίας, αυτό που προκύπτει είναι, αφενός, η επιβεβαίωση των πληροφοριών που θέλουν τις διερευνητικές επαφές να έχουν κολλήσει σε αδιευκρίνιστο σημείο και, αφετέρου, πως στη συνάντηση του Ερζερούμ υπήρξε προφανώς μηδενική πρόοδος, κάτι που, όπως είναι φυσικό, το πρωθυπουργικό περιβάλλον αρνείται».

Απάντηση με παραβιάσεις και… επανορθώσεις

Από την πλευρά του, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, κ. Νταβούτογλου, είχε (8 Ιανουαρίου 2011) δηλώσει:

«Είναι η γνωστή άποψη της Ελλάδας. Οι δικές μας απόψεις στα θέματα αυτά είναι γνωστές, και ο πρωθυπουργός μας τις έθεσε με σαφήνεια. Δεν μπορεί κανείς να επιβάλει μία θέση στην άλλη πλευρά, και κυρίως στην Τουρκία. Είναι αμοιβαίως γνωστές οι θέσεις μας. Τα μηνύματα του κ. Παπανδρέου σε γενικές γραμμές αποτελούσαν μηνύματα φιλίας και συνεργασίας».

Και για να επιβεβαιωθεί του λόγου το αληθές, στις 10 Ιανουαρίου 2011, μετά τη λήξη της συνάντησης, πληροφορηθήκαμε ότι σχηματισμός τουρκικών μαχητικών αποτελούμενος συνολικά από οκτώ αεροσκάφη –τα τέσσερα οπλισμένα– προκάλεσαν στο Κεντρικό και Βόρειο Αιγαίο μία παράβαση και τέσσερις παραβιάσεις.

Την ίδια μέρα, ο Ερντογάν δήλωνε πως η ομιλία του Παπανδρέου προς τους πρέσβεις «είναι η αλήθεια ότι δεν ήταν αυτή που περίμενα». Πρόσθεσε, όμως, ότι σε συνομιλία που είχαν αργότερα, ο πρωθυπουργός είπε πως στην πραγματικότητα δεν ήθελε να εκληφθούν τα λόγια του με τον τρόπο αυτόν.

«Και όπως είδατε», πρόσθεσε, «επανόρθωσε κατά τη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε. Αλλά αυτό που έχει σημασία δεν είναι αυτά που λέμε, αλλά τι καταλαβαίνουν αυτοί που μας ακούν. Υπάρχει αυτή η διαφορά η οποία του ξέφυγε και δεν ήταν και τόσο όμορφο. Θα πρέπει με όσα λέμε να προσπαθούμε όχι να προκαλούμε ένταση στις σχέσεις, αλλά να τις συμμαζεύουμε».

Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει Έλληνας πρωθυπουργός που να μη βρέθηκε αντιμέτωπος με την εντελώς αρνητική τουρκική στάση. Το πρόβλημα είναι, όμως, πως θέλουν όλοι –όταν βρίσκονται έξω από τον χορό– να κάνουν τους τουρκοφάγους!

Κάτι που καλό είναι να το σταματήσουν, γιατί υπάρχουν τα παλιά κιτάπια – ακόμη και όταν δεν υπάρχουν πρακτικά!