Στις εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου στη Σαξονία-Ανχαλτ, η AfD συγκέντρωσε 43,8%.

Το πολιτικό κενό

Η εύκολη αντίδραση είναι να καταγγελθεί η επιστροφή της Ακροδεξιάς στη Γερμανία. Η αναγκαία ερώτηση είναι δυσκολότερη: Πώς ένα κόμμα με τέτοιες θέσεις έπεισε σχεδόν τους μισούς ψηφοφόρους ενός κρατιδίου να το επιλέξουν; Και γιατί η απήχησή του δεν περιορίζεται σε όσους αυτοπροσδιορίζονταν πάντοτε ως ακραίοι εθνικιστές;

Η απάντηση αρχίζει από μια διάκριση που συχνά χάνεται στον δημόσιο διάλογο. Δεν είναι όλοι οι ψηφοφόροι της AfD ίδιοι. Υπάρχει ένας σκληρός ιδεολογικός πυρήνας. Υπάρχουν όμως και πολίτες που το επιλέγουν επειδή δεν εμπιστεύονται πλέον κανέναν από τους παραδοσιακούς εκπροσώπους τους.

Οταν η πολιτική αντιμετωπίζει και τις δύο ομάδες αποκλειστικά ως ένα ηθικό πρόβλημα, αφήνει αναπάντητο το πολιτικό ερώτημα: Ποιος θα μιλήσει για τη δουλειά, το εισόδημα, την ασφάλεια και το μέλλον του τόπου τους;

Στην Ανατολική Γερμανία αυτή η αποξένωση έχει βαθιές ρίζες. Η επανένωση υπήρξε ιστορικό επίτευγμα, αλλά δεν μοιράστηκε παντού με τον ίδιο τρόπο η αίσθηση ότι οι άνθρωποι συμμετέχουν ισότιμα στις αποφάσεις. Σε πολλές μικρές πόλεις, η συζήτηση αφορά τη δημογραφική συρρίκνωση, τις λιγότερες ευκαιρίες και την αβεβαιότητα γύρω από τη βιομηχανία. Στη Σαξονία-Ανχαλτ, η ανησυχία για το κόστος ζωής και τη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου είναι έντονη. Η AfD δεν δημιούργησε μόνη της αυτές τις αγωνίες. Κατάφερε, όμως, να τις συνδέσει με μια απλή πολιτική αφήγηση: «Σας ξέχασαν, εμείς σας ακούμε».

Η μετατόπιση της εργασίας

Εδώ εξηγείται και η διείσδυσή της σε κοινωνικούς χώρους που άλλοτε έβρισκαν έκφραση στην Αριστερά. Ο εργαζόμενος που φοβάται για το εργοστάσιό του δεν παύει ξαφνικά να ενδιαφέρεται για τον μισθό του επειδή ψηφίζει AfD. Μπορεί να πιστεύει ότι τα κόμματα που μιλούν για κοινωνική δικαιοσύνη δεν αντιλαμβάνονται πια τις δικές του προτεραιότητες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι της Αριστεράς μετακινήθηκαν συλλογικά προς την Ακροδεξιά. Σημαίνει ότι η πολιτική εκπροσώπηση της εργασίας και της περιφέρειας έχει γίνει πεδίο ανταγωνισμού. Η Ακροδεξιά μπαίνει σε αυτό το κενό, συνδυάζοντας κοινωνική ανασφάλεια, αντίθεση στη μετανάστευση και την υπόσχεση ότι θα ανατρέψει όσα αποφασίζονται μακριά από την καθημερινότητα των πολιτών.

Ακόμα πιο ανησυχητική για τα καθιερωμένα κόμματα είναι η απήχηση στους νέους. Θα ήταν λάθος να παρουσιαστεί ολόκληρη η νέα γενιά ως ακροδεξιά. Πολλοί νέοι στη Γερμανία επιλέγουν την Αριστερά ή άλλα κόμματα. Εκείνο που έχει αλλάξει είναι ότι η AfD δεν κουβαλά —στα μάτια ενός τμήματος, τουλάχιστον, των ψηφοφόρων της— την εικόνα ενός κόμματος ηλικιωμένων νοσταλγών. Εμφανίζεται ως δύναμη σύγκρουσης με ένα κατεστημένο που τους υπόσχεται πρόοδο, ενώ εκείνοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν στέγη ή να φανταστούν μια ασφαλέστερη ζωή από εκείνη των γονιών τους. Στα κοινωνικά δίκτυα, η οργή συμπυκνώνεται σε σύντομα μηνύματα που διαδίδονται ταχύτερα από οποιαδήποτε σύνθετη εξήγηση. Οποιος βρίσκεται ήδη σε αβεβαιότητα γίνεται πιο δεκτικός σε εκείνον που του προσφέρει έναν σαφή ένοχο.

Η υπόσχεση του ελέγχου

Στους εθνικιστικούς κύκλους, αντίθετα, η έλξη είναι περισσότερο ιδεολογική. Η μετανάστευση παρουσιάζεται ως απειλή για την ταυτότητα, η Ευρωπαϊκή Ενωση ως περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας και ο συμβιβασμός ως αδυναμία. Αυτό το λεξιλόγιο ταξιδεύει πέρα από τη Γερμανία. Ωστόσο, τα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης δεν αποτελούν ενιαίο μέτωπο με ίδιες θέσεις για τη Ρωσία, την οικονομία ή τον ρόλο της Ενωσης.

Το κοινό τους πλεονέκτημα είναι άλλο: μπορούν να μετατρέπουν διαφορετικές δυσαρέσκειες σε ένα αίσθημα απώλειας ελέγχου. Η υπόσχεση ότι «θα πάρουμε πίσω τον έλεγχο» ενώνει ανθρώπους που διαφωνούν σε πολλά άλλα ζητήματα. Τίποτε από αυτά δεν απαλλάσσει την AfD από την ευθύνη για τις θέσεις της ούτε υποχρεώνει τις δημοκρατικές δυνάμεις να τις υιοθετήσουν. Επιβάλλει, όμως, να σταματήσουν να θεωρούν την αγωνία του ψηφοφόρου απόδειξη ενοχής.

Χρειάζεται καθαρή απάντηση για τη στέγη, την εργασία, την ενσωμάτωση, την ασφάλεια και την περιφέρεια, μαζί με σαφή όρια απέναντι στον εξτρεμισμό. Η εκλογική άνοδος της Ακροδεξιάς δεν αντιμετωπίζεται με την προσδοκία ότι οι πολίτες θα ντραπούν για την ψήφο τους. Αντιμετωπίζεται όταν έχουν ξανά σοβαρούς λόγους να εμπιστευθούν κάποιον άλλον.

Το ελληνικό μάθημα

Ολα αυτά θυμίζουν κάτι από την Ελλάδα;

Η Χρυσή Αυγή μπορεί να εξαφανίστηκε από τη Βουλή και η ηγεσία της να καταδικάστηκε ύστερα από μια πορεία βίας, που η δολοφονία του Παύλου Φύσσα έφερε οριστικά στο προσκήνιο, όμως οι συνθήκες μέσα στις οποίες βρίσκουν ακροατήριο οι ακραίες φωνές δεν εξαφανίστηκαν μαζί της. Υπάρχουν και εδώ νέοι που δυσκολεύονται να φανταστούν ένα καλύτερο αύριο, εργαζόμενοι που αισθάνονται αόρατοι και πολίτες πεπεισμένοι ότι κανείς δεν ακούει τις αγωνίες τους.

Δεν αποτελούν όλοι αυτοί εν δυνάμει ψηφοφόρους της Ακροδεξιάς. Αν, όμως, τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου τους αφήσουν χωρίς πειστικές απαντήσεις, κάποιοι είναι έτοιμοι να επιχειρήσουν ξανά να μιλήσουν εξ ονόματός τους…

Το «αυγό του φιδιού» δεν σπάει επειδή ξεχάσαμε ότι υπάρχει.