Νέα δυναμική στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δίνει η είσοδος της γαλλικής Meridiam στον Great Sea Interconnector (GSI), σε μια εξέλιξη που, όπως επισημαίνει η Handelsblatt, δεν αλλάζει μόνο την οικονομική αλλά και τη γεωπολιτική εξίσωση του έργου.
Η γερμανική εφημερίδα χαρακτηρίζει ουσιαστικά την είσοδο της Meridiam ως μια νέα προσπάθεια επανεκκίνησης ενός από τα πιο φιλόδοξα ενεργειακά έργα της Ευρώπης. Ο γαλλικός επενδυτικός όμιλος απέκτησε ποσοστό 66% στον GSI, ενισχύοντας σημαντικά τη χρηματοδοτική βάση του project και αναλαμβάνοντας τον κύριο όγκο του επενδυτικού ρίσκου.
Παράλληλα, ο ΑΔΜΗΕ κατέθεσε αίτημα επένδυσης για το δεύτερο τμήμα της διασύνδεσης, Κύπρου–Ισραήλ, εξέλιξη που προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της επανεκκίνησης.
Το νέο σκηνικό άρχισε να διαμορφώνεται στις 5 Αυγούστου. Την ίδια ημέρα με την είσοδο της Meridiam υπεγράφη τριμερής συμφωνία μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans για την επανεκκίνηση των απαραίτητων εργασιών, με πρώτη προτεραιότητα την ολοκλήρωση των θαλάσσιων ερευνών βυθού.
Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί την προσπάθεια να βγει το έργο από το παρατεταμένο τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει μετά τις εξελίξεις του 2024.
Η γαλλική «σφραγίδα»
Η γαλλική παρουσία στον GSI είναι πλέον διπλή. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η Meridiam, ένας από τους μεγαλύτερους επενδυτές υποδομών στην Ευρώπη. Από την άλλη, η Nexans έχει ήδη αναλάβει το κατασκευαστικό σκέλος του καλωδίου Κρήτης–Κύπρου, με σύμβαση ύψους 1,43 δισ. ευρώ.
Το τεχνικό μέγεθος του έργου είναι εντυπωσιακό: το τμήμα Κρήτης–Κύπρου εκτείνεται σε περίπου 900 χιλιόμετρα και το καλώδιο θα ποντιστεί σε βάθη άνω των 3.000 μέτρων. Η Nexans έχει περιγράψει το έργο ως ένα από τα μεγαλύτερα και τεχνικά πιο απαιτητικά υποθαλάσσια projects διασύνδεσης παγκοσμίως.
Η σημασία της εισόδου της Meridiam, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο κεφάλαιο. Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο στο οποίο εστιάζει η Handelsblatt: η παρουσία ενός μεγάλου γαλλικού επενδυτικού ομίλου, σε συνδυασμό με τη γαλλική Nexans, προσδίδει στο έργο μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.
Στις 5 Αυγούστου, ο επικεφαλής της Meridiam Thierry Déau υπογράμμισε τη στήριξη του Εμανουέλ Μακρόν στο project, ενώ η Nexans έκανε λόγο για «Team France». Την ίδια στιγμή, Κυριάκος Μητσοτάκης, Νίκος Χριστοδουλίδης και Εμανουέλ Μακρόν έθεσαν σε πολιτικό επίπεδο την ανάγκη επιτάχυνσης της διασύνδεσης.
Το επόμενο κρίσιμο βήμα είναι πλέον πολύ πιο πρακτικό: η επιστροφή των ερευνητικών πλοίων στη θάλασσα.
Σεπτέμβριος ο κρίσιμος μήνας
Ο Σεπτέμβριος θεωρείται κρίσιμος μήνας για την επανεκκίνηση των ερευνών βυθού, καθώς στόχος είναι να ολοκληρωθούν οι απαραίτητες βυθομετρήσεις ώστε να οριστικοποιηθεί η χάραξη της όδευσης.
Μόλις δοθεί το «πράσινο φως» στη Nexans, οι διαδικασίες μπορούν να ενεργοποιηθούν εκ νέου, με το επόμενο βήμα να αφορά την επιλογή των εταιρειών που θα πραγματοποιήσουν τις έρευνες και την έκδοση των απαιτούμενων NAVTEX.
Η ολοκλήρωση των ερευνών αποτελεί επισήμως την πρώτη προτεραιότητα της νέας συνεργασίας ΑΔΜΗΕ–GSI–Nexans. Ωστόσο, από την ταχύτητα επανεκκίνησης των ερευνών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και ο συνολικός αναπρογραμματισμός του κατασκευαστικού έργου.
Η Nexans έχει ήδη ανακοινώσει ότι βρίσκεται σε διαδικασία αναπρογραμματισμού, ενώ οι οικονομικές προβλέψεις της για το 2026 δεν έχουν ενσωματώσει εκτέλεση του GSI μέσα στη φετινή χρονιά.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο τεχνικό.
Η Τουρκία παραμένει ο μεγάλος άγνωστος
Το καλοκαίρι του 2024, όταν τα ερευνητικά πλοία βρέθηκαν στην περιοχή νοτίως της Κάσου, η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων μετέτρεψε τις εργασίες βυθομετρήσεων σε σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση. Οι έρευνες τελικά προχώρησαν έπειτα από διπλωματικές επαφές, όμως το συνολικό χρονοδιάγραμμα του GSI εκτροχιάστηκε.
Η Άγκυρα εξακολουθεί να αμφισβητεί την ελληνική αρμοδιότητα σε τμήματα της θαλάσσιας περιοχής από την οποία προβλέπεται να περάσει το καλώδιο, προβάλλοντας τις πάγιες θέσεις της για τις θαλάσσιες ζώνες.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η ιδιαίτερη σημασία της Meridiam. Όπως επισημαίνει η Handelsblatt, ενδεχόμενη νέα γεωπολιτική εμπλοκή δεν θα αφορά πλέον αποκλειστικά την Αθήνα και τη Λευκωσία. Θα αγγίζει άμεσα και δύο μεγάλους γαλλικούς επιχειρηματικούς ομίλους.
Η γαλλική συμμετοχή δεν εξαφανίζει τον γεωπολιτικό κίνδυνο ούτε λειτουργεί ως εγγύηση ότι οι έρευνες θα εξελιχθούν απρόσκοπτα. Αυξάνει όμως το πολιτικό βάρος μιας πιθανής νέας αντιπαράθεσης.
Έτσι, το πραγματικό τεστ του Σεπτεμβρίου δεν θα είναι μόνο εάν τα ερευνητικά πλοία θα επιστρέψουν στη θάλασσα. Θα είναι εάν αυτή τη φορά θα μπορέσουν να ολοκληρώσουν το έργο τους χωρίς νέα εμπλοκή.
Η Κύπρος και η Ετεπ
Ακόμη και αν το γεωπολιτικό τεστ περάσει, το GSI έχει μπροστά του ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο μέτωπο: τη χρηματοδότηση και τις ρυθμιστικές εκκρεμότητες στην Κύπρο.
Ο Κύπριος υπουργός Ενέργειας Μιχάλης Δαμιανός χαρακτήρισε την είσοδο της Meridiam «ψήφο εμπιστοσύνης» για το έργο, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι η Λευκωσία θα λάβει τις τελικές αποφάσεις της αφού αξιολογήσει τα αποτελέσματα της δέουσας επιμέλειας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Η ΕΤΕπ εξετάζει τη χρηματοδότηση του έργου, με το ποσό να μπορεί να φτάσει έως το 1 δισ. ευρώ.
Το σημερινό εκτιμώμενο κόστος του τμήματος Κρήτης–Κύπρου ανέρχεται σε περίπου 1,9 δισ. ευρώ, ενώ το έργο έχει εξασφαλίσει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ύψους 657 εκατ. ευρώ μέσω του Connecting Europe Facility.
Μια θετική απόφαση της ΕΤΕπ θα αποτελούσε κρίσιμο βήμα για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού, αλλά και ένα ισχυρό σήμα προς την αγορά ότι το έργο μπορεί να αποκτήσει βιώσιμη χρηματοδοτική βάση.
Η είσοδος της Meridiam μπορεί, παράλληλα, να διευκολύνει την προσέλκυση πρόσθετων διεθνών επενδυτών. Στο παρελθόν είχαν εξεταστεί συμμετοχές ομίλων όπως η TAQA και η Masdar από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς και της αμερικανικής DFC, χωρίς μέχρι σήμερα να προκύψει δεσμευτική συμφωνία.
Το τρίτο κομμάτι της εξίσωσης είναι το ρυθμιστικό πλαίσιο στην Κύπρο.
Η ΡΑΕΚ έχει εγκρίνει προς ανάκτηση επενδυτικές δαπάνες ύψους 82 εκατ. ευρώ, βάσει των στοιχείων που είχαν υποβληθεί έως τις 21 Ιουλίου 2025. Παράλληλα, το ισχύον πλαίσιο προβλέπει επιτρεπόμενο έσοδο έως 25 εκατ. ευρώ ετησίως για την περίοδο 2025–2029, με συνολικό ανώτατο όριο 125 εκατ. ευρώ.
Παραμένει, ωστόσο, ανοιχτή η ρυθμιστική έγκριση της Σύμβασης Παραχώρησης προς την εταιρεία GSI, ενώ ο ΑΔΜΗΕ εξακολουθεί να αποτελεί τον θεσμικά αναγνωρισμένο Project Promoter.
Το μεγάλο στοίχημα, επομένως, είναι πλέον τριπλό: να επιστρέψουν τα ερευνητικά πλοία στη θάλασσα, να κλείσει το χρηματοδοτικό παζλ και να μην υπάρξει νέα γεωπολιτική εμπλοκή.
Η είσοδος της Meridiam έχει αλλάξει σημαντικά τα δεδομένα. Δεν σημαίνει ότι ο Great Sea Interconnector έχει αφήσει πίσω του τα προβλήματά του. Σημαίνει, όμως, ότι για πρώτη φορά μετά από μια μακρά περίοδο αβεβαιότητας το έργο διαθέτει έναν ισχυρό διεθνή επενδυτή, δύο μεγάλους γαλλικούς ομίλους με άμεσο συμφέρον στην υλοποίησή του και ένα νέο πολιτικό βάρος που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν αυτή η νέα δυναμική είναι αρκετή για να μετατρέψει την επανεκκίνηση από πολιτική εξαγγελία σε πραγματική επιστροφή του έργου στη θάλασσα.