Η εικόνα χιλιάδων παράνομων μεταναστών να επιχειρούν μέσα σε λίγες ώρες να περάσουν στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα δεν είναι απλώς ακόμη ένα επεισόδιο του μεταναστευτικού. Είναι μια προειδοποίηση προς ολόκληρη την Ευρώπη.
Τα σύνορα είτε προστατεύονται είτε, αργά ή γρήγορα, παύουν να υπάρχουν στην πράξη. Και όταν ένα κράτος εκπέμπει μήνυμα χαλάρωσης, εκείνοι που σπεύδουν να το εκμεταλλευτούν είναι τα κυκλώματα των λαθροδιακινητών.
Η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ισπανίας, με την οποία μπήκε φραγμός στις άμεσες επιστροφές παράνομων μεταναστών από τη θάλασσα, δημιούργησε νέα δεδομένα. Δεν άργησαν να φανούν οι συνέπειες. Μέσα σε λίγες μόνο ώρες, χιλιάδες άνθρωποι επιχείρησαν να περάσουν στη Θέουτα, προκαλώντας σκηνές χάους και αναγκάζοντας τις ισπανικές αρχές να κινητοποιήσουν ακόμη και τον στρατό για να αποκαταστήσουν τον έλεγχο. Παράλληλα, μια ακόμη ανθρώπινη τραγωδία γράφτηκε με 18 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες, αποδεικνύοντας ότι η ανεξέλεγκτη μετανάστευση δεν ωφελεί τελικά κανέναν.
Η σύγκριση με όσα συνέβησαν στην Ελλάδα το 2020 είναι αναπόφευκτη. Τότε η χώρα μας βρέθηκε αντιμέτωπη με μια οργανωμένη απόπειρα μαζικής παραβίασης των χερσαίων συνόρων της. Η απάντηση του ελληνικού κράτους ήταν άμεση, ενιαία και αποφασιστική. Οι ελληνικές αρχές απέτρεψαν αναίμακτα τη μαζική παράνομη είσοδο δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων και κατέστησαν σαφές ότι τα ελληνικά σύνορα, που είναι και ευρωπαϊκά σύνορα, δεν είναι ανοχύρωτα.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Ελλάδα επέλεξε να θωρακίσει ακόμη περισσότερο το θεσμικό της πλαίσιο. Η αυστηροποίηση της νομοθεσίας για την παράνομη παραμονή και η έμφαση στις επιστροφές αποτυπώνουν μια διαφορετική φιλοσοφία. Η παράνομη είσοδος δεν μπορεί να δημιουργεί την προσδοκία μόνιμης εγκατάστασης. Διαφορετικά, το μόνο που ενισχύεται είναι η δράση των λαθροδιακινητών και η πίεση στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η εξέλιξη αυτή εκθέτει όσους στην Ελλάδα επέλεξαν να παρουσιάσουν τον Πέδρο Σάντσεθ ως πρότυπο πολιτικής ηγεσίας. Πρώτος ανάμεσά τους ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος δεν έκρυψε ποτέ τον πολιτικό του θαυμασμό για τον Ισπανό πρωθυπουργό και συχνά επικαλούνταν το παράδειγμά του ως οδηγό για την ελληνική Κεντροαριστερά. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα έρχεται να διαψεύσει αυτή την εικόνα. Ο ίδιος ο Σάντσεθ αναγκάζεται να κινητοποιήσει τις ένοπλες δυνάμεις για να ανακτήσει τον έλεγχο των συνόρων, αποδεικνύοντας ότι η διακυβέρνηση απαιτεί αποφάσεις που πολλές φορές απέχουν πολύ από τα εύκολα συνθήματα.
Το ίδιο ισχύει και για τον Χάρη Δούκα, ο οποίος δεν δίσταζε με αφορμή την πολιτική του Σάντσεθ απέναντι στον πόλεμο του Ιράν να υιοθετεί το σύνθημα «Είμαστε με τον Σάντσεθ, είμαστε με την ειρήνη», παρουσιάζοντας τον Ισπανό πρωθυπουργό ως υπόδειγμα πολιτικού προσπαθώντας να ικανοποιήσει αριστερό ακροατήριο. Σήμερα θα είχε ενδιαφέρον να εξηγήσει στο ίδιο αλληλέγγυο κοινό αν εξακολουθεί να θεωρεί πρότυπο έναν ηγέτη που επιστρατεύει τον στρατό για να αντιμετωπίσει τη μαζική παράνομη είσοδο μεταναστών. Η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο απαιτητική από τις ιδεολογικές βεβαιότητες.
Η Θέουτα υπενθυμίζει μια απλή αλλά συχνά λησμονημένη αλήθεια. Η προστασία των συνόρων δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή. Είναι βασική υποχρέωση κάθε κυρίαρχου κράτους. Ο ανθρωπισμός δεν μπορεί να ταυτίζεται με την αδυναμία άσκησης κυριαρχίας, ούτε η ασφάλεια των πολιτών μπορεί να υποχωρεί μπροστά σε θεωρίες που διαψεύδονται από τα ίδια τα γεγονότα.
Επιστρέφουμε λοιπόν στον Έβρο. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και όσοι τότε λοιδορούσαν το μοντέλο του επιτελικού κράτους, σήμερα δυσκολεύονται να αμφισβητήσουν το αποτέλεσμα που παρήγαγε. Πίσω από εκείνη τη διαχείριση βρέθηκαν άνθρωποι που δεν αναζητούσαν τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά είχαν την ευθύνη του καθημερινού συντονισμού δίπλα στον πρωθυπουργό. Σε περιόδους εθνικών κρίσεων, αυτό που μετρά δεν είναι ποιος εμφανίζεται περισσότερο στις κάμερες, αλλά ποιος διασφαλίζει ότι το κράτος λειτουργεί με σχέδιο, ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Και αυτό ακριβώς ήταν το μεγάλο μάθημα του Έβρου, το οποίο η Ευρώπη εξακολουθεί να έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ.