Με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή να συμπληρώνει μια εβδομάδα, το ιρανικό καθεστώς φαίνεται πως επαναπροσδιορίζει την επιθετική στρατηγική του.
Είναι προφανές πως επιλέγει μια προσέγγιση χαμηλού κόστους μέσω της αξιοποίησης μη επανδρωμένων αεροσκαφών και επιθετικών drones –σε έναν πόλεμο τριβής– έναντι μιας μαζικής χρήσης βαλλιστικών πυραύλων υψηλής καταστροφικής ισχύος.
Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού Πενταγώνου, οι βαλλιστικές εκτοξεύσεις έχουν υποχωρήσει κατά 90% σε σχέση με την πρώτη ημέρα μαχών, σε μια εξέλιξη που αντανακλά τόσο την αποτελεσματικότητα των αμερικανο-ισραηλινών πληγμάτων εναντίον των ιρανικών αμυντικών υποδομών, όσο και τη συνειδητή επιλογή της Τεχεράνης να διαφυλάξει το υπόλοιπο οπλοστάσιό της για μεταγενέστερα στάδια της σύρραξης.
Όπως επισημαίνει η σχετική ανάλυση της «Wall Street Journal», η ιρανική στρατηγική έχει πλέον μετατοπιστεί στη διεύρυνση του γεωγραφικού αποτυπώματος των επιθέσεων, με την Τεχεράνη να έχει πλήξει συνολικά έντεκα χώρες τις πρώτες μέρες του πολέμου, αξιοποιώντας κατά κύριο λόγο το φθηνό οπλοστάσιο των Shahed drones, το κόστος παραγωγής των οποίων ανέρχεται μόλις σε μερικές δεκάδες χιλιάδες δολάρια.
Η «Wall Street Journal» τονίζει πως η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν υποδεικνύει πως το Ιράν έχει ήδη ξεκινήσει να εξαντλεί το αμυντικό οπλοστάσιό του, παρά τον όγκο των αμερικανο-ισραηλινών βομβαρδισμών.
Όπως προσθέτει η σχετική ανάλυση, η επένδυση του ιρανικού καθεστώτος στην αξιοποίηση επιθετικών drones και τη διεξαγωγή βομβαρδισμών τακτικού τύπου αποσκοπεί στον οικονομικό εκβιασμό των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, καθώς τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά κλειστά, με χιλιάδες πλοία να παραμένουν εγκλωβισμένα εκατέρωθεν του διαδρόμου, σε μια συνθήκη η οποία έχει οδηγήσει τα αμερικανικά futures πετρελαίου να ξεπεράσουν για πρώτη φορά εδώ και πάνω από έναν χρόνο τα 80 δολάρια το βαρέλι.
Από την άλλη, ωστόσο, η στρατηγική που ακολουθεί το Ιράν έχει οδηγήσει ήδη στην πλήρη διπλωματική απομόνωσή του. Όπως υποστηρίζει ανάλυση των «New York Times», όλοι οι παραδοσιακά στενοί σύμμαχοί του –ήτοι η Τουρκία, η Ινδία και φυσικά η Κίνα και η Ρωσία– έχουν περιοριστεί σε τυπικές ρητορικές καταδίκες απέναντι στις αμερικανο-ισραηλινές επιχειρήσεις, αποφεύγοντας ωστόσο να παράσχουν οποιαδήποτε ουσιαστική βοήθεια στην Τεχεράνη.
Όπως τονίζουν περαιτέρω οι «New York Time», το γεγονός ότι καμία εκ των αναθεωρητικών και αντιδυτικών δυνάμεων εντός του διεθνούς συστήματος δεν έσπευσε να υποστηρίξει εμπράκτως το Ιράν σε μια συγκυρία όπου το καθεστώς αντιμετωπίζει μια υπαρξιακού επιπέδου απειλή, για πρώτη φορά μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979, είναι ενδεικτικό της περιορισμένης ικανότητάς τους ώστε να συνδιαμορφώσουν τις εξελίξεις, ακόμα και στην περίπτωση της Ρωσίας και της Κίνας.


