Για όσους διατηρούν την ψυχραιμία τους και μπορούν να διαβάζουν πίσω από τις γραμμές, η πρωινή παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στον ΣΚΑΪ δεν άφησε περιθώρια για παρερμηνείες.
Ο σκοπός της ήταν ένας, ξεκάθαρος και σχεδόν απέλπιδος: η πλήρης λεηλασία των ποσοστών του ΠΑΣΟΚ. Βλέποντας τις δημοσκοπικές ισορροπίες να παγιώνονται, ο πρώην πρωθυπουργός επέστρεψε σε μια γνώριμη αλλά πλέον φθαρμένη στρατηγική.
Η «κολλημένη βελόνα» της ρητορικής του, γεμάτη από τα γνωστά κλισέ και τις παλαιοκομματικές συνταγές του παρελθόντος, δεν είχε ως πραγματικό αποδέκτη το Μέγαρο Μαξίμου, αλλά τη Χαριλάου Τρικούπη. Ήταν ένα ηχηρό, πολιτικό χαστούκι στον Νίκο Ανδρουλάκη, μια ευθεία αμφισβήτηση της ικανότητας του ΠΑΣΟΚ να εκφράσει τον λεγόμενο «προοδευτικό χώρο». Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της εμφάνισης, ωστόσο, κρύβεται στην έμμεση παραδοχή που έγινε πλέον με τον πιο επίσημο τρόπο: ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν χάνει.
Αυτή η διαπίστωση αποτελεί τον πυρήνα της νέας γραμμής του ΕΛ.Α.Σ. Μην μπορώντας να προτάξει ένα θετικό, αξιόπιστο κυβερνητικό πρόγραμμα που θα μπορούσε να κοιτάξει στα μάτια την κυβερνητική παράταξη, ο κ. Τσίπρας καταφεύγει στον έσχατο εκβιασμό των ψηφοφόρων του κέντρου και της Κεντροαριστεράς. Το μήνυμά του είναι σαφές: «Ο Μητσοτάκης είναι κυρίαρχος και η μόνη λύση για να φύγει είναι να συσπειρωθείτε όλοι, αναγκαστικά, γύρω από εμένα». Πρόκειται για μια στρατηγική που δεν εκπορεύεται από πολιτική ισχύ, αλλά από πολιτική αδυναμία. Είναι η ομολογία ότι η ΕΛΑΣ δεν μπορεί να πείσει την πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών με επιχειρήματα, γι' αυτό και επιχειρεί να εγκλωβίσει τους όμορους χώρους σε ένα τεχνητό δίπολο.
Για την κεντροδεξιά παράταξη, η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει την πολιτική της υπεροχή. Όταν ο βασικός σου αντίπαλος αναλώνεται σε εσωτερικούς πολέμους για την επιβίωσή του και την ηγεμονία της αριστερής πολυκατοικίας, αποδεικνύει ότι στερείται εναλλακτικής πρότασης για τη χώρα. Το ζητούμενο πλέον για τους σκεπτόμενους πολίτες, ακόμη και εκείνους που δεν ανήκουν στην παραδοσιακή βάση της Νέας Δημοκρατίας, είναι αν θα δεχτούν να γίνουν ξανά «καύσιμη ύλη» στα προσωπικά στοιχήματα και τις στρατηγικές επιβίωσης του Αλέξη Τσίπρα.