Η πολιτική επιστροφή είναι πάντα ένα στοίχημα υψηλού ρίσκου.

Όταν μάλιστα αφορά έναν πρώην πρωθυπουργό, του οποίου η διακυβέρνηση άφησε ισχυρά αποτυπώματα –θετικά για τους υποστηρικτές του, τραυματικά για την πληθώρα των επικριτών του– τότε το στοίχημα γίνεται ακόμη πιο απαιτητικό.

Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί, κατά κοινή εκτίμηση, ένα επαναλανσάρισμα της δημόσιας εικόνας του μέσω του βιβλίου «Ιθάκη», ενός πολιτικού αφηγήματος που φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως γέφυρα προς το επόμενο βήμα: την επανεμφάνισή του στο πολιτικό προσκήνιο με νέο κομματικό φορέα, χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος, όλους εκείνους δηλαδή τους συνεργάτες του που τον στήριξαν στην πρώτη διακυβέρνηση.

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι το μέσο, αλλά το μήνυμα και –κυρίως– ο δέκτης. Διότι η κοινωνία του 2026 δεν είναι η κοινωνία του 2015. Οι πολίτες έχουν βιώσει τις συνέπειες των επιλογών, έχουν συγκρίνει υποσχέσεις και αποτελέσματα, και έχουν διαμορφώσει κρίση. Σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί πολιτικοί αναλυτές μιλούν για μια «ξεχαρβαλωμένη πυξίδα» που αδυνατεί να δείξει σαφή κατεύθυνση, πέρα από την ανακύκλωση γνωστών συνθημάτων και την αναζήτηση νέου περιτυλίγματος για… παλιό περιεχόμενο.

Το βιβλίο «Ιθάκη» –φάνηκε και στην παρουσίαση της Θεσσαλονίκης– παρουσιάζεται ως στοχασμός, ως απολογισμός μιας πορείας, ως πρόσκληση σε έναν νέο συλλογικό προορισμό. Όμως, για ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, λειτουργεί περισσότερο ως άσκηση αυτοδικαίωσης. Η αφήγηση επιλέγει να φωτίσει τις προθέσεις και να αμβλύνει τις ευθύνες, να μεταθέσει τα βάρη σε «αντικειμενικές δυσκολίες» και «εξωτερικούς περιορισμούς», αφήνοντας στο περιθώριο τις αντιφάσεις, τις παλινωδίες και τις αποφάσεις που σημάδεψαν μια κρίσιμη περίοδο για τη χώρα και στην ουσία κατέστρεψαν τη μεσαία τάξη.

Παράλληλα, το επικοινωνιακό περιβάλλον γύρω από τον πρώην πρωθυπουργό δείχνει να λειτουργεί με όρους άλλης εποχής. Μιντιακοί βραχίονες, πρόθυμοι σχολιαστές και διαδικτυακοί μηχανισμοί στήριξης επιχειρούν να επιβάλουν ατζέντα, να αποδομήσουν αντιπάλους και να παρουσιάσουν την επιστροφή ως αναγκαιότητα. Η ρητορική συχνά ξεφεύγει από την πολιτική κριτική και διολισθαίνει στη λάσπη, στην πόλωση και στην απαξίωση κάθε διαφορετικής άποψης.

Εδώ όμως ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα: απευθύνεται αυτή η στρατηγική στην κοινωνία ή σε έναν κλειστό κύκλο ήδη πεπεισμένων στον χώρο της Αριστεράς;

Διότι τα δεδομένα της πολιτικής πραγματικότητας δείχνουν ότι η κοινωνική πλειοψηφία έχει μετακινηθεί. Δεν συγκινείται από ξαναζεσταμένες αφηγήσεις, ούτε πείθεται από διαδικτυακούς θορύβους. Αντιθέτως, αναζητά σταθερότητα, αξιοπιστία και λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα.

Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ο Αλέξης Τσίπρας ως «αναγκαίος» ή «μοιραίος» ηγέτης προσκρούει σε μια συλλογική μνήμη που δεν διαγράφεται εύκολα. Η διαχείριση της κρίσης, οι δήθεν συγκρούσεις με τους θεσμούς, οι υποσχέσεις που μετατράπηκαν σε επώδυνους συμβιβασμούς, έχουν χαραχθεί βαθιά. Κι όσο κι αν το νέο αφήγημα επιχειρεί να τα εντάξει σε μια «ηρωική πορεία», η κοινωνία κρίνει με βάση το βίωμα, όχι την πρόθεση.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και εντός του ευρύτερου αριστερού χώρου εκφράζονται πάμπολλες επιφυλάξεις. Η αίσθηση πως πρόκειται για μια προσωποκεντρική πρωτοβουλία, με ασαφή ιδεολογικό προσανατολισμό και χωρίς σαφές κοινωνικό έρεισμα, εντείνεται. Το υποτιθέμενο «νέο» μοιάζει να πατά σε φθαρμένα υλικά, ενώ η επίκληση της «Ιθάκης» λειτουργεί περισσότερο ως συμβολικό άλλοθι, παρά ως ρεαλιστικός οδικός χάρτης.

Η πολιτική, όμως, δεν είναι λογοτεχνία. Δεν αρκεί η ωραία αφήγηση, ούτε η συναισθηματική φόρτιση. Απαιτεί σχέδιο, ειλικρίνεια και –πάνω απ’ όλα– εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη, όταν χαθεί, δεν ανακτάται με επικοινωνιακά τεχνάσματα. Οι πολίτες έχουν γίνει πιο απαιτητικοί, πιο καχύποπτοι και λιγότερο δεκτικοί σε μεγαλοστομίες.

Οι πολιτικοί παρατηρητές πιστεύουν ότι οι μιντιακές επιθέσεις από το «σύστημα» Τσίπρα σε αντιπάλους, οι χαρακτηρισμοί και οι διαδικτυακές στρατιές μπορεί να δημιουργούν πρόσκαιρο θόρυβο, αλλά δεν διαμορφώνουν πλειοψηφικά ρεύματα. Αντιθέτως, συχνά ενισχύουν την κόπωση και την αποστροφή. Η κοινωνία αντιλαμβάνεται πότε μια προσπάθεια στήριξης είναι αυθόρμητη και πότε ενορχηστρωμένη. Και στη δεύτερη περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι συνήθως αντίστροφο από το επιδιωκόμενο.

Το κρίσιμο λάθος του νέου εγχειρήματος Τσίπρα είναι η υποτίμηση αυτής της κοινωνικής ωρίμανσης. Η πεποίθηση ότι «όλα μπορούν να ξαναγραφτούν» αγνοεί το γεγονός ότι οι πολίτες δεν διαβάζουν πια την πολιτική σαν μυθιστόρημα με ανοιχτό τέλος. Τη βιώνουν ως καθημερινότητα, με μετρήσιμα αποτελέσματα. Κι εκεί, οι αναμνήσεις είναι κυρίαρχες.

Εάν πράγματι προχωρήσει στην ίδρυση νέου κόμματος, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη απ’ αυτή που περιγράφουν οι όποιοι υποστηρικτές του. Η κοινωνική βάση δεν συγκροτείται με ευχές, ούτε με διαδικτυακές καμπάνιες. Χτίζεται με αξιοπιστία και συνέπεια – δύο στοιχεία που, κατά την κρίση πολλών, λείπουν από το σημερινό εγχείρημα.

Εν κατακλείδι, η «Ιθάκη» που προβάλλεται ως προορισμός μοιάζει περισσότερο με νοσταλγική ανάμνηση παρά με ρεαλιστικό στόχο. Και όσο η πυξίδα παραμένει στραμμένη προς το παρελθόν, τόσο η απόσταση από την κοινωνία θα μεγαλώνει. Γιατί η κοινωνία, σε αντίθεση με τις αφηγήσεις, έχει ήδη αποφασίσει να προχωρήσει. Και αυτή η απόφαση φαίνεται, για πολλούς –συμπεριλαμβανομένου του Αλέξη Τσίπρα– οριστική και αμετάκλητη.