Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο κάθε συνδικαλιστικής διεκδίκησης είναι να θεωρείται «κρατική βία» η επιβολή του νόμου και της τάξης.

Με αφορμή τον «συνδικαλιστικό τσαμπουκά» –με αποκορύφωμα τη χυδαία εκφορά λόγου από τον αγροτοσυνδικαλιστή Ανεστίδη– τα «γλωσσικά τεχνάσματα» που χρησιμοποιούν οι συνδικαλιστές, συνεπικουρούμενοι από τα κόμματα, μετατρέπουν την πραγματικότητα σε γνώμη και τη γνώμη σε ενοχή.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δυσφημούνται τα γεγονότα. Τα μέσα ενημέρωσης αποφεύγουν να καταδικάσουν τις έκνομες πράξεις των συνδικαλιστών επικαλούμενα την αντικειμενικότητα. Προσέξτε: Αν αγανακτείς γιατί είναι κλειστός ο δρόμος, είναι επειδή εσύ αντιλαμβάνεσαι λάθος το γεγονός. Δηλαδή, εσύ έχεις το πρόβλημα. Όχι αυτοί που κλείνουν τους δρόμους.

Και εδώ βρίσκεται το πολιτικό πρόβλημα. Ποιο μήνυμα λαμβάνουν όσοι δυσκολεύονται να πάνε στην εργασία τους, όσοι πληρώνουν φόρους, σέβονται τους κανόνες και τον νόμο; Ότι αν η παρανομία είναι ιδεολογικά σωστή, τότε παράγει δίκαιο.

Συνακόλουθα, όταν είναι στην κυβέρνηση η Κεντροδεξιά, η επιβολή της τάξης συνιστά καταπίεση, ενώ όταν κυβερνάει η Κεντροαριστερά, η επιβολή της λειτουργεί υπέρ των εργαζομένων.

Και πού καταλήγει όλο αυτό; Ότι η ταλαιπωρία του πολίτη αποτελεί προϋπόθεση για τη δικαίωση των συνδικαλιστικών αιτημάτων. Και η επιβολή της τάξης να… είναι ταξική.