Πόσο παράδοξο είναι τελικά να γίνεται η Ελλάδα πρώτη στην Ευρώπη σε μια από τις σημαντικότερες οικονομικές επιδόσεις και αυτό να περνά σχεδόν στα ψιλά;
Η Eurostat ανακοίνωσε ότι η χώρα μας πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση του δημόσιου χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026. Αυτή θα έπρεπε να είναι η πρώτη είδηση παντού. Αντί γι’ αυτό, για ακόμη μία φορά κυριαρχούν η μικροπολιτική, οι κραυγές και η αγωνιώδης προσπάθεια ορισμένων να πλήξουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ακόμη και όταν τα επίσημα στοιχεία καταρρίπτουν κάθε αφήγημα καταστροφής.
Η Ελλάδα μείωσε το δημόσιο χρέος της στο 143,5% του ΑΕΠ. Μέσα σε μόλις έναν χρόνο η πτώση έφτασε τις 9,4 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ από το υψηλό της πανδημίας το χρέος έχει μειωθεί κατά σχεδόν εβδομήντα μονάδες. Παράλληλα, μειώθηκε και σε απόλυτους αριθμούς κατά περισσότερα από έξι δισεκατομμύρια ευρώ. Δεν πρόκειται για πολιτικό σύνθημα ούτε για επικοινωνιακό τέχνασμα. Είναι οι επίσημοι αριθμοί της Eurostat. Είναι η πραγματικότητα.
Και όμως, αντί να συζητήσουμε τι σημαίνει αυτή η τεράστια επιτυχία για την Ελλάδα, παρακολουθούμε τον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη να συνεχίζουν ένα ατελείωτο κρεσέντο παροχολογίας. Υπόσχονται τα πάντα στους πάντες, λες και τα δημόσια ταμεία γεμίζουν από ευχές. Το πιο ειρωνικό όμως είναι άλλο. Πατούν πάνω στα δημοσιονομικά αποτελέσματα που παρήγαγε η κυβέρνηση Μητσοτάκη για να μοιράζουν νέες υποσχέσεις, ενώ επί χρόνια αμφισβητούσαν ή υπονόμευαν την ίδια πολιτική που οδήγησε σε αυτά τα αποτελέσματα.
Η μείωση του χρέους δεν είναι ένας ψυχρός αριθμός σε έναν ευρωπαϊκό πίνακα. Είναι λιγότεροι τόκοι. Είναι μεγαλύτερη αξιοπιστία. Είναι φθηνότερος δανεισμός. Είναι περισσότερα χρήματα που μπορούν να επιστρέψουν στην κοινωνία, στην υγεία, στην παιδεία, στην άμυνα και στις φορολογικές ελαφρύνσεις. Πάνω από όλα όμως είναι εθνική ανεξαρτησία. Μια χώρα που εξαρτάται οικονομικά από τους δανειστές της δεν μπορεί ποτέ να είναι πραγματικά ελεύθερη. Αντίθετα, μια χώρα με ισχυρά δημόσια οικονομικά αποκτά φωνή, κύρος και δυνατότητα να χαράζει τη δική της πορεία χωρίς δεκανίκια και επιτηρήσεις.
Φυσικά, κανείς δεν ισχυρίζεται ότι όλα λύθηκαν. Υπάρχουν ακόμη δυσκολίες και προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Όμως η κατεύθυνση είναι ξεκάθαρη. Η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον το παράδειγμα της κρίσης, αλλά το παράδειγμα της ανάκαμψης. Και όταν οι νέες γενιές αναρωτηθούν ποιος επέλεξε να μειώσει τα βάρη αντί να τους φορτώσει νέα, η απάντηση θα είναι εξίσου ξεκάθαρη. Θα θυμούνται ότι υπήρξε μια κυβέρνηση που έβαλε πάνω από το πρόσκαιρο πολιτικό κόστος το μέλλον της πατρίδας και έκανε ό,τι μπορούσε για να παραδώσει μια Ελλάδα πιο ισχυρή, πιο αξιόπιστη και πραγματικά πιο ανεξάρτητη.