Ενα από τα χαρακτηριστικά για τα οποία διακρίθηκε από την πρώτη στιγμή –ήδη από το καλοκαίρι του 2019– η διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ότι κατόρθωσε να εμπνεύσει το αίσθημα της ασφάλειας και της σταθερότητας. Και τούτο δεν αφορά μόνο τους πολίτες, αλλά συνολικά την εικόνα της Ελλάδας (και) στο εξωτερικό, με πιο χτυπητό παράδειγμα την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας για την ελληνική Οικονομία. Η δε ψήφος εμπιστοσύνης που έδωσαν οι πολίτες στις εκλογές της περασμένης χρονιάς και η εντολή προς τον πρωθυπουργό για μία ακόμη τετραετία έως το 2027 αποτυπώνει ακριβώς αυτήν την ανάγκη για διατήρηση της σταθερότητας και ισοδυναμεί με έκφραση απόλυτης εμπιστοσύνης απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Αυτή η σταθερότητα είναι που θα πρέπει λοιπόν πάση θυσία να διατηρηθεί και αυτό το γνωρίζουν τόσο ο πρωθυπουργός όσο και οι συνεργάτες του και ακυρώνει τα διάφορα σενάρια που τροφοδοτούνται είτε από την αντιπολίτευση είτε από διάφορα εξωθεσμικά κέντρα που επιβουλεύονται αυτήν τη σταθερότητα. Είναι, όμως, η σταθερότητα και αυτό που εξακολουθούν να ζητούν οι πολίτες, όπως προκύπτει από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των δημοσκοπήσεων, είτε αυτές αφορούν τις ευρωεκλογές είτε τις εθνικές εκλογές.

Η σταθερά υψηλή δημοτικότητα του πρωθυπουργού και το καθαρό προβάδισμα του Κυριάκου Μητσοτάκη στη λεγόμενη καταλληλότητα για την πρωθυπουργία μαρτυρούν τι είναι αυτό που θέλει και ζητάει το εκλογικό σώμα στην πλειονότητά του από τους πολιτικούς αρχηγούς και κυρίως από τον ηγέτη της χώρας. Με άλλα λόγια, ουδείς επιθυμεί πλέον η χώρα να μπει και πάλι σε περιπέτειες, ιδίως αν θυμηθεί τα όσα δραματικά ζήσαμε ειδικά κατά την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και την παρ’ ολίγον έξοδό της από το σκληρό πυρήνα της Ευρώπης...

Αλλωστε, ένα από τα συστατικά της επιτυχίας του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν ακριβώς το γεγονός ότι επιχείρησε προσωπικά να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της χώρας στο εξωτερικό και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο χαίρει εκτίμησης από τους περισσότερους ομολόγους του και βέβαια από τους επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών. Ηταν προσωπική επιλογή του πρωθυπουργού να επενδύσει στις διεθνείς επαφές, συμβάλλοντας έτσι στην ανάδειξη της Ελλάδας ως μιας χώρας που αποτελεί αξιόπιστο σύμμαχο για όλους, καθώς και ως μιας περιφερειακής δύναμης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη που έχει λόγο και συμμετέχει ενεργά στις εξελίξεις.

Οι ραγδαίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η αγωνία που επικρατεί σε όλο τον κόσμο για την απάντηση του Ισραήλ στην επίθεση που δέχθηκε από το Ιράν αποτελούν ξεκάθαρα έναν ακόμη παράγοντα που συνηγορεί στη διατήρηση της σταθερότητας πάση θυσία στη χώρα μας. Οπως και στον πόλεμο στην Ουκρανία, αμέσως μετά τη ρωσική εισβολή, έτσι και στην περίπτωση της Μέσης Ανατολής η ελληνική θέση είναι ξεκάθαρη: η χώρα μας τάχθηκε από την πρώτη στιγμή στο πλευρό του Ισραήλ υπό το πρίσμα της αυτοάμυνας στις επιθέσεις που δέχθηκε από τη Χαμάς και το ίδιο υποστηρίζει και τώρα, συστήνοντας πάντως σε όλες τις πλευρές την ούτως ή άλλως απαραίτητη αυτοσυγκράτηση.

Εξάλλου, στόχος όλων των υγιών δυνάμεων της Δύσης είναι να μη διαταραχθούν οι εύθραυστες ισορροπίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια γενίκευση της σύρραξης και μια κρίση ή ακόμη και πολεμική εμπλοκή με οικουμενικά χαρακτηριστικά. Με τη θέση αυτή συντάσσεται και η Ελλάδα, η οποία, λόγω της θέσης της στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, οφείλει πολύ περισσότερο να κρατά τις ισορροπίες αυτές. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πριν ακόμη από τα χτυπήματα του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας, πραγματοποίησε ανοίγματα προς όλον τον αραβικό κόσμο, επιβεβαιώνοντας στην πράξη ότι η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας είναι πολυδιάστατη και δεν εξαρτάται από έξωθεν παρεμβάσεις ή από την ανάγκη να προσχωρήσει σε οποιοδήποτε ισχυρό άρμα.

Φαίνεται ότι ακριβώς αυτή είναι η βασική προϋπόθεση προκειμένου να μπορέσει η Ελλάδα να διαδραματίσει το ρόλο της περιφερειακής δύναμης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, όπως αποδείχθηκε άλλωστε με την καίρια συμμετοχή της στην επιχείρηση «ASPIDES» στην Ερυθρά Θάλασσα, αλλά και την καθαρή στάση που κρατά απέναντι σε όσα συμβαίνουν στην ευρύτερη περιοχή.