Η διαδοχική αποχώρηση στελεχών από την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την οργανωτική αντοχή του κόμματος και για το κατά πόσο θα κατορθώσει να διατηρήσει τη δυναμική του μέχρι τις εκλογές του 2027.

Από το κοινωνικό κύμα στη δοκιμασία της κομματικής οργάνωσης

Κάθε νέο πολιτικό εγχείρημα που γεννιέται μέσα από μια ισχυρή κοινωνική φόρτιση διαθέτει, κατά κανόνα, ένα σημαντικό αρχικό πλεονέκτημα. Η δημόσια προσοχή συγκεντρώνεται γύρω από τον ιδρυτή του, η κοινωνική απήχηση μεταφράζεται σε υψηλές δημοσκοπικές επιδόσεις και η πολιτική επικαιρότητα λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της δυναμικής του. Το πραγματικό τεστ, όμως, αρχίζει όταν το αρχικό κύμα υποχωρεί και το κόμμα καλείται να αποδείξει ότι διαθέτει οργανωτική επάρκεια, εσωτερική συνοχή και πολιτικό βάθος.

Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού φαίνεται να εισέρχεται ακριβώς σε αυτή τη φάση. Οι αποχωρήσεις ιδρυτικών στελεχών, οι δημόσιες διαφωνίες και οι καταγγελίες για τον τρόπο λειτουργίας του κόμματος αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή προέρχονται από ανθρώπους που συμμετείχαν στη δημιουργία του εγχειρήματος. Κάθε τέτοια εξέλιξη αφαιρεί οργανωτικό κεφάλαιο, περιορίζει την εμπειρία που διαθέτει ο κομματικός μηχανισμός και δυσκολεύει την προσέλκυση νέων στελεχών, τα οποία αξιολογούν πάντοτε τη σταθερότητα ενός πολιτικού φορέα πριν συνδέσουν το όνομά τους μαζί του.

Η πολιτική επιστήμη έχει περιγράψει αναλυτικά αυτό το φαινόμενο. Η θεωρία της θεσμοποίησης των κομμάτων επισημαίνει ότι η επιβίωση ενός νέου πολιτικού σχηματισμού εξαρτάται από την ικανότητά του να αποκτήσει κανόνες λειτουργίας, αποκεντρωμένες οργανώσεις, συλλογικά όργανα και στελέχη που αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες πέρα από το πρόσωπο του αρχηγού. Όταν η πολιτική νομιμοποίηση συγκεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο, η οργανωτική ευαλωτότητα αυξάνεται και κάθε εσωτερική κρίση αποκτά πολλαπλάσιο πολιτικό αντίκτυπο.

Η διεθνής εμπειρία και οι προκλήσεις μέχρι την άνοιξη του 2027

Η ευρωπαϊκή εμπειρία προσφέρει χρήσιμα παραδείγματα. Το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία συγκέντρωσε τεράστια κοινωνική υποστήριξη και επηρέασε ουσιαστικά την πολιτική ατζέντα της χώρας. Όταν επιχειρήθηκε η μετάβαση προς μια ενιαία πολιτική εκπροσώπηση, αναδείχθηκαν οργανωτικές αδυναμίες, διαφορετικές στρατηγικές και αδυναμία συγκρότησης ενός σταθερού κομματικού φορέα με πανεθνική παρουσία. Η κοινωνική απήχηση αποδείχθηκε πολύ ευρύτερη από την εκλογική της έκφραση, γεγονός που επιβεβαίωσε ότι η μετάβαση από ένα κοινωνικό κίνημα σε ένα βιώσιμο κόμμα αποτελεί μία από τις δυσκολότερες διαδικασίες στη σύγχρονη πολιτική.

Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» καλείται πλέον να αντιμετωπίσει μια αντίστοιχη πρόκληση. Μέχρι την άνοιξη του 2027 μεσολαβεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο θα πρέπει να συγκροτηθούν ψηφοδέλτια σε ολόκληρη τη χώρα, να δημιουργηθούν τοπικές οργανώσεις, να παρουσιαστεί ολοκληρωμένο κυβερνητικό πρόγραμμα και να διατηρηθεί η πολιτική συνοχή. Κάθε νέα αποχώρηση καθιστά αυτό το εγχείρημα περισσότερο απαιτητικό, ενώ η δημοσκοπική υποχώρηση που καταγράφεται τους τελευταίους μήνες ενισχύει την αβεβαιότητα γύρω από τις προοπτικές του κόμματος.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το ερώτημα που τίθεται αφορά πλέον την ίδια τη δυνατότητα του εγχειρήματος Καρυστιανού να διατηρήσει μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές την οργανωτική συνοχή και την πολιτική αξιοπιστία που απαιτεί η παρουσία ενός πανελλαδικού κόμματος. Η ιστορία των προσωποπαγών και μονοθεματικών κομμάτων δείχνει ότι όσα δεν κατορθώνουν να μετατρέψουν την αρχική κοινωνική δυναμική σε σταθερούς θεσμούς εισέρχονται σε μια περίοδο σταδιακής αποδυνάμωσης, κατά την οποία η ίδια η εκλογική τους παρουσία παύει να θεωρείται αυτονόητη και μετατρέπεται σε ένα ανοιχτό πολιτικό ερώτημα.