Η φράση «η δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι» δεν ήταν ποτέ απλό μότο. Ήταν δήλωση αποστολής.

Από αυτήν εμπνεύστηκαν γενιές δημοσιογράφων, πάνω σε αυτήν χτίστηκε το κύρος της «Washington Post» ως θεσμικού αντίβαρου στην εξουσία. Σήμερα, όμως, το σκοτάδι δεν έρχεται απέξω. Απλώνεται από μέσα, πάνω από πληκτρολόγια που σιγούν, τμήματα που κλείνουν και φωνές που σωπαίνουν με ένα email.

Οι μαζικές απολύσεις που ανακοινώθηκαν, με μείωση έως και ενός τρίτου του προσωπικού, δεν είναι μία ακόμη είδηση για τον κλάδο των media. Είναι καμπανάκι. Όταν μια εφημερίδα με ιστορία σχεδόν 150 ετών, με Πούλιτζερ και αποκαλύψεις που άλλαξαν κυβερνήσεις, επιλέγει να θυσιάσει ολόκληρα τμήματα, τότε κάτι πολύ μεγαλύτερο τρίζει.

Η διοίκηση μιλά για «δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις», για ανάγκη προσαρμογής σε ένα «ανταγωνιστικό και περίπλοκο τοπίο». Λέξεις γνώριμες, σχεδόν τετριμμένες. Πίσω τους, όμως, κρύβεται μια ωμή πραγματικότητα. Κλείνει το αθλητικό τμήμα. Κλείνει το τμήμα βιβλίου. Πετσοκόβονται οι διεθνείς ανταποκρίσεις. Δηλαδή κόβονται ακριβώς εκείνα που δεν παράγουν γρήγορα clicks αλλά χτίζουν αξιοπιστία, βάθος και μνήμη.

Η ενημέρωση των εργαζομένων μέσω Zoom και η αναμονή ενός email που θα κρίνει το επαγγελματικό τους μέλλον μοιάζει με σκηνή από corporate manual ψυχρής διαχείρισης. Καμία σχέση με τη δημοσιογραφική κουλτούρα που η ίδια η «Washington Post» δίδαξε επί δεκαετίες.

Από το 2013, όταν ο Τζεφ Μπέζος αγόρασε την εφημερίδα μέσω της αυτοκρατορίας του στην Amazon, πολλοί μίλησαν για σωτηρία. Και πράγματι, τα πρώτα χρόνια υπήρξε επένδυση, ψηφιακή ανάπτυξη, αισιοδοξία. Σήμερα, η εικόνα αντιστρέφεται. Η «Washington Post» χάνει συνδρομητές, συρρικνώνεται και μοιάζει να ψάχνει ταυτότητα ανάμεσα στη δημοσιογραφία και στο business plan.

Η επιλογή του Μπέζος να μπλοκάρει τη δημόσια στήριξη υποψηφίου στις αμερικανικές εκλογές του 2024 δεν ήταν ουδέτερη. Έσπασε μια παράδοση δεκαετιών και ερμηνεύτηκε ως προσπάθεια αποφυγής σύγκρουσης με τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι επαφές, τα δείπνα, οι δημόσιοι έπαινοι μετά την εκλογική νίκη, όλα συνθέτουν ένα παζλ όπου η ανεξαρτησία του Τύπου μπαίνει σε δεύτερη μοίρα.

Η αντίδραση του Μάρτιν Μπάρον, ιστορικού εκτελεστικού διευθυντή της εφημερίδας, ήταν αποκαλυπτική. Μίλησε για μία από τις πιο σκοτεινές ημέρες στην ιστορία της «Washington Post», προειδοποιώντας ότι οι φιλοδοξίες της θα περιοριστούν δραστικά. Δεν πρόκειται για συναισθηματική υπερβολή. Όταν χάνεις έμπειρους ρεπόρτερ, χάνεις δίκτυα, πηγές, θεσμική γνώση που δεν αντικαθίσταται με αλγόριθμους.

Το συνδικάτο των εργαζομένων το είπε ωμά: δεν διαλύεις μια αίθουσα σύνταξης χωρίς συνέπειες στην αξιοπιστία και την επιρροή. Κι αν ο ιδιοκτήτης δεν θέλει πια να επενδύσει στην αποστολή της, τότε ίσως δεν αξίζει να κρατά τα κλειδιά.

Η κρίση της «Washington Post» δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο. Είναι καθρέφτης μιας εποχής όπου τα media πιέζονται ανάμεσα σε οικονομικά μοντέλα που δεν βγαίνουν και σε πολιτικές ισορροπίες που γίνονται όλο και πιο επικίνδυνες. Όταν οι μεγάλες αίθουσες σύνταξης μικραίνουν, το κενό δεν μένει ουδέτερο. Το γεμίζουν φήμες, προπαγάνδα, θόρυβος.

Η ειρωνεία είναι σκληρή. Η δημοκρατία πράγματι πεθαίνει στο σκοτάδι. Και το σκοτάδι δεν πέφτει μόνο όταν φιμώνονται οι δημοσιογράφοι από την εξουσία. Πέφτει και όταν τους απολύει η ίδια η αγορά, με την υπογραφή δισεκατομμυριούχων που κάποτε υπόσχονταν φως.