Η ΝΔ ορθώς αρνείται να ψηφίσει την Έλενα Ακρίτα, καθώς το Σύνταγμα προβλέπει πραγματική εκλογή και η στάση του ΠΑΣΟΚ αποκαλύπτει μια προφανή πολιτική υποκρισία.
Η διακομματική σύνθεση δεν καταργεί την κρίση της Βουλής
Η συζήτηση για την υποψηφιότητα της Έλενας Ακρίτα έχει αποκτήσει μια παράδοξη διάσταση, καθώς κόμματα της αντιπολίτευσης επιχειρούν να παρουσιάσουν ως θεσμική υποχρέωση κάτι που ούτε το Σύνταγμα ούτε ο Κανονισμός της Βουλής προβλέπουν. Η Νέα Δημοκρατία καλείται περίπου να απολογηθεί επειδή προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμα ψήφου που διαθέτουν οι βουλευτές της.
Το άρθρο 65 του Συντάγματος ορίζει ότι η Βουλή εκλέγει τον Πρόεδρο και τα λοιπά μέλη του Προεδρείου. Ο Κανονισμός κατανέμει τις θέσεις των Αντιπροέδρων μεταξύ των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, εξασφαλίζοντας την πολυκομματική σύνθεση και την εκπροσώπηση της αντιπολίτευσης. Η πρόβλεψη αυτή καθορίζει την Κοινοβουλευτική Ομάδα από την οποία προέρχεται ο υποψήφιος. Δεν παρέχει σε κανένα κόμμα δικαίωμα διορισμού προσώπου με δεσμευτική ισχύ για την Ολομέλεια.
Αν η κομματική υπόδειξη αρκούσε για την κατάληψη της θέσης, η εκλογή με ψηφοφορία θα έχανε κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο. Η ψηφοφορία και η απαίτηση συγκεκριμένης πλειοψηφίας θα αποτελούσαν μια περιττή τελετουργία. Ο συνταγματικός κανόνας έχει νόημα επειδή οι βουλευτές καλούνται να κρίνουν τον υποψήφιο και να αναλάβουν την ευθύνη της ψήφου τους.
Η υπερκομματική λειτουργία του Προεδρείου αφορά την άσκηση των καθηκόντων μετά την εκλογή. Απαιτεί αμεροληψία, σεβασμό στον Κανονισμό και προστασία των δικαιωμάτων όλων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. Από αυτή την αρχή δεν γεννιέται υποχρέωση αυτόματης αποδοχής οποιουδήποτε προσώπου προτείνει ένα κόμμα.
Το ΠΑΣΟΚ και η πολύ βολική θεσμική του αμνησία
Ακόμη πιο προβληματική εμφανίζεται η στάση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο δηλώνει σήμερα ότι θα ψηφίσει την Έλενα Ακρίτα και επικαλείται την πάγια θεσμική πρακτική του να στηρίζει τις υποψηφιότητες των κοινοβουλευτικών κομμάτων, με εξαίρεση ακραίες περιπτώσεις. Η πρόσφατη κοινοβουλευτική ιστορία δυσκολεύει σημαντικά αυτόν τον ισχυρισμό.
Τον Ιούλιο του 2023 η Πλεύση Ελευθερίας είχε προτείνει για Αντιπρόεδρο της Βουλής τον Μιχάλη Χουρδάκη. Ο υποψήφιος συγκέντρωσε μόλις 95 ψήφους και 205 βουλευτές δήλωσαν «παρών». Από τους 32 βουλευτές που διέθετε τότε το ΠΑΣΟΚ, οι 24 δεν υπερψήφισαν την υποψηφιότητά του. Ο ίδιος Μιχάλης Χουρδάκης βρίσκεται σήμερα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ.
Το γεγονός έχει ιδιαίτερη πολιτική αξία. Ένας βουλευτής που σήμερα θεωρείται απολύτως κατάλληλος για να ενταχθεί στις κοινοβουλευτικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ είχε κριθεί λίγα χρόνια νωρίτερα από τη μεγάλη πλειονότητα των βουλευτών του ως πρόσωπο που δεν άξιζε τη θετική τους ψήφο για το Προεδρείο. Εκείνη η επιλογή ήταν θεμιτή, ακριβώς επειδή κάθε βουλευτής έχει δικαίωμα κρίσης.
Γι’ αυτό η σημερινή επίκληση μιας δήθεν απαραβίαστης κοινοβουλευτικής παράδοσης προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Το ΠΑΣΟΚ ζητεί από τη ΝΔ να δεχθεί για την Έλενα Ακρίτα έναν κανόνα που το ίδιο δεν εφάρμοσε στον σημερινό δικό του βουλευτή.
Η Νέα Δημοκρατία σέβεται τον Κανονισμό επειδή αναγνωρίζει στον ΣΥΡΙΖΑ τη θέση που του αναλογεί και ασκεί ελεύθερα την ψήφο της ως προς το πρόσωπο που προτείνεται. Αυτή ακριβώς είναι η κοινοβουλευτική διαδικασία. Όσοι σήμερα ζητούν υποχρεωτική υπερψήφιση δεν υπερασπίζονται κάποιον θεσμικό κανόνα. Ζητούν από την κυβερνητική πλειοψηφία να παραιτηθεί από ένα δικαίωμα που οι ίδιοι έχουν ήδη ασκήσει όταν τους συνέφερε.