Η Ελλάδα δεν είναι η πιο ευνομούμενη χώρα του κόσμου. Στην Ευρώπη είναι τόπος παράξενος, μέρος περίεργο κι εξωτικό, όπου ο επισκέπτης έρχεται να διασκεδάσει, να απολαύσει τον ήλιο και τη θάλασσα και να θαυμάσει τον τρόπο ζωής των ιθαγενών, αυτής της παράξενης φυλής που δεν μοιάζει με καμιά άλλη.

 

Γράφει ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΨΑΡΙΑΝΟΣ

 

Οι ξένοι που έρχονται εντυπωσιάζονται από το ταμπεραμέντο, τη γλεντζέδικη ψυχή, αλλά και από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε νόμους και κανόνες, διότι η ηρωική πατρίδα μας έχει ίσως τους περισσότερους ισχύοντες νόμους στον κόσμο, που όμως σπανίως εφαρμόζονται.

Οι παραβατικοί αντιμετωπίζονται ως άτομα χρήζοντα φροντίδας, οι θύτες συχνά προστατεύονται περισσότερο από τα θύματα, ο σεβασμός των δικαιωμάτων τους είναι αδιαμφισβήτητος, ενώ για το θύμα, τι να κάνουμε τώρα, ό,τι έγινε, έγινε.

Αυτά που απαγορεύονται αντιμετωπίζονται περίπου όμοια με όσα επιτρέπονται, έτσι που οι τουρίστες μας, αφού ξεδώσουν για κάποιες μέρες σε αυτόν τον εξωτικό τόπο, δεν βλέπουν την ώρα να επιστρέψουν στην πατρίδα τους για να συνεχίσουν μία κανονική ζωή.

Οι συμπολίτες μας είναι μάλλον ευχαριστημένοι, έτσι που δεν έγινε ποτέ καμία κινητοποίηση με αίτημα την εφαρμογή των νόμων και την υπακοή σε κανόνες· αντίθετα, ξεσηκώνονται αμέσως όταν η πολιτεία αποφασίσει να εφαρμόσει τον νόμο.

Μαζεύονται τότε όσοι μαζευτούν, κλείνουν τον δρόμο σταματώντας την κυκλοφορία και κραυγάζουν με ντουντούκες «κάτω η χούντα», «όχι στο κράτος της καταστολής». Κι όταν έρθει το κακό, όλοι αναφωνούν θυμωμένοι «πού είναι το κράτος!»

Είναι απορίας άξιον πώς καμία κυβέρνηση ως τώρα όχι μόνο δεν κατάφερε, αλλά ούτε καν προσπάθησε να αλλάξει κάτι, αφού ο λαός έτσι γουστάρει. Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν φοβικά αυτήν την κατάσταση, μάλιστα κάποιες απ’ αυτές με το ύφος της διακυβέρνησης που ασκούν την επιδεινώνουν.

Ζούμε στη χώρα όπου υπάρχουν μόνο δικαιώματα, ενώ τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις είναι άξια περιφρόνησης ή στην καλύτερη περίπτωση προαιρετικά. Για πόσο ακόμα θα καταφέρουμε να πορευόμαστε έτσι, άραγε;

 

Που πήγε η Αθήνα που ήξερα;

Γεννήθηκα σε μια Αθήνα που δεν ήταν πολύ μεγάλη, αλλά ήταν πολύ ωραία. Δεν ήταν πλούσια, αλλά ήταν αξιοπρεπής. Είχε χιλιάδες υπέροχα νεοκλασικά, διώροφα και τριώροφα που δεν υπάρχουν πια, είχε κατοίκους που την αγαπούσαν, που σέβονταν τον δημόσιο χώρο χωρίς απαραίτητα να τους το επιβάλλει κάποιος.

Τα σπίτια ήταν περιποιημένα, οι δρόμοι ήταν καθαροί, ακόμα και οι χωματόδρομοι που ήταν πολλοί τότε. Οι προσόψεις των σπιτιών ήταν περιποιημένες και οι μικρές αυλές τους, όπου υπήρχαν, υπέροχες. Ακόμα θυμάμαι τα γιασεμιά και τις γαζίες.

Στους τοίχους εκείνης της πόλης δεν έγραφε κανείς τίποτα, υπήρχαν μάλιστα οι ταμπελίτσες που έλεγαν «Απαγορεύεται η τοιχοκόλληση, Νόμος 2.147», όπως και οι άλλες «Μην πετάτε σκουπίδια στον δρόμο».

Μήπως θέλετε να σας πω πώς ήταν τότε τα σχολεία, ακόμα και οι περισσότεροι δάσκαλοι, πώς ήταν τα πανεπιστήμια, οι φοιτητές και οι καθηγητές τους; Στις γειτονιές που παίζαμε μπάλα, κρυφτό κυνηγητό ή οτιδήποτε άλλο, ακόμα και οι τσακωμοί είχαν κάτι ανθρώπινο, δεν μαχαιρωνόμασταν, και στα γήπεδα πηγαίναμε να δούμε τις ομάδες μας όλοι μαζί, ανακατεμένοι.

Οταν θυμάμαι όλα αυτά, προσπαθώ να καταλάβω τι έγινε, τι πάθαμε, τι μεσολάβησε και εξαφανίστηκε αυτή η πόλη που ήξερα, γιατί χάθηκαν αυτοί οι άνθρωποι, γιατί βρόμισαν έτσι οι δρόμοι και οι τοίχοι της καινούργιας μας Αθήνας, μήπως ενέσκηψε καμία επιδημία που δεν την πήραμε είδηση, μήπως κάποια κοσμική ακτινοβολία μάς προκάλεσε αυτήν τη μετάλλαξη;

Παλιότερα φοβόμουνα μην πάει κάποιος βλαμμένος, ρίξει τίποτα στη λίμνη του Μαραθώνα και πάθουμε ταράκουλο. Δεν αποκλείεται να έχει γίνει κάτι τέτοιο τώρα που το ξανασκέφτομαι.