Με τον κλασικό τρόπο που ξεκινούν όλα τα παραμύθια, που έχουν και δράκο και καλό τέλος, ξεκινά η συνέντευξη που πήρε ο Θανάσης Λάλας από τον Γρηγόρη Δημητριάδη.

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος σε ένα σκοτεινό δωμάτιο», λέει ο αφηγητής ενώ ο θεατής δεν έχει δει ακόμη τον πρωταγωνιστή, ξέρει όμως ήδη ότι το δωμάτιο δεν είναι απλώς τέσσερις τοίχοι με μια πόρτα. Είναι το δωμάτιο της εξουσίας και μένει να φανεί ποιος είναι ο άνθρωπος που μπήκε κάποτε εκεί. «Είναι ένας απλός υπάλληλος που δεν αποφάσιζε τίποτα ή τίποτα δεν αποφασιζόταν χωρίς αυτόν»;

Το πλάνο ανοίγει, στην απέναντι πολυθρόνα –με μια στοίβα βιβλία μπροστά του– κάθεται ο Γρηγόρης Δημητριάδης, ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο εγγονός του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο δικηγόρος, ο σύζυγος, ο πατέρας, ο φίλαθλος του Ολυμπιακού, ο «βιβλιοφάγος», ο επίμονος και άοκνος μαραθωνοδρόμος της Νέας Δημοκρατίας.

«Ο πατέρας μου με έκανε Ολυμπιακό, το οποίο για μένα είναι ταυτοτικό. Θυμάμαι να είμαι 5 χρόνων, να παίζει Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός στο Καραϊσκάκη και να το ακούμε στο τρανζιστοράκι», ανακαλεί μνήμες από την πρώιμη ηλικία με τη γνωστή συγκίνηση που προκαλούν όλες οι επιστροφές που συνδέουν τον άνθρωπο με την εποχή της αφέλειας, της ανεμελιάς, της αθωότητας.

Η συζήτηση κυλάει με πολλή πολιτική, ο Γρηγόρης Δημητριάδης προτού βαπτιστεί στη θρησκευτική κολυμπήθρα βαφτίστηκε στα νάματα της πολιτικής, ή καλύτερα πήρε το βάπτισμα του πυρός – γιατί η πολιτική τις περισσότερες φορές καίει…

Μιλάει με σθεναρή ειλικρίνεια για τα χρόνια μέσα στο δωμάτιο της εξουσίας, απαντά σε ερωτήσεις που, τόσα χρόνια μετά, βρίσκονται στα χείλη πολλών, γεγονός που το θεωρεί παράδοξο υπό την έννοια της έλλειψης αναλογικότητας, όπως λέει με εμφανή και όχι αδικαιολόγητη απορία.

Ο δημοσιογράφος ξεκλειδώνει όμως κι άλλες πόρτες που δεν οδηγούν σε σκοτεινές αίθουσες εξουσίας με σκιές και ψιθύρους, αλλά σε δωμάτια με τοίχους ντυμένους από βιβλία, φορτωμένους με την απέραντη γνώση και ποτισμένους από την αξεπέραστη μυρωδιά της μελάνης.  

«Διαβάζω απ’ όλα και πάρα πολλές ώρες κάθε μέρα, είμαι βιβλιοφάγος. Πάντα έχεις χρόνο να διαβάσεις λίγο. Και είναι μια πολύ καλή νοητική άσκηση να φεύγεις από την αδρεναλίνη της ημέρας, να φεύγεις από την οθόνη και να κάτσεις να διαβάσεις. Εμένα αυτό με ευχαριστεί, με γεμίζει» λέει με τη ζέση του ανθρώπου που δεν θέλει απλώς να περιγράψει μία συνήθειά του, ένα από τα χόμπι του, αλλά με την ελπίδα ότι θα δώσει σε όσους τον ακούν μια πρόταση για να βρουν διέξοδο από το αδιέξοδο της σύγχρονης «εικονικής» ιλιγγιώδους ζωής στους λειμώνες της χάρτινης ύλης.

Συχνά διανθίζει τις προτάσεις του με φράσεις συγγραφέων που διάβασε και απομνημόνευσε – καλή μνήμη, αναγνωστική δεξιότητα, μεταβολισμός και πνευματική μεταμόρφωση.

Με τη φράση «η δουλειά μου είναι να προοδεύω, να μορφώνομαι, να γυμνάζω το μυαλό μου, να μεγαλώνω το δίκτυό μου και θα δούμε πώς θα τα φέρει η ζωή» και προτού κλείσει αυτή η de profundis συζήτηση έχει να προτείνει –τι άλλο;– βιβλία, τα οποία όπως λέει, πέρα από τις άλλες τους ιδιότητες, για τον ίδιο λειτουργούν σαν ρυθμιστές του καρδιακού παλμού. Είναι οι ώρες που, χειμώνα-καλοκαίρι, ανάμεσα στην πίεση της δουλειάς και των πλείστων υποχρεώσεων, όταν ο παλμογράφος «χτυπάει κόκκινο», σελίδα τη σελίδα οι παλμοί πέφτουν, ο εγκέφαλος τρέφεται λίγο πιο «υγιεινά» και δυναμώνει η «σχέση» με τη χάρτινη ερωμένη.