Καμπανάκι κινδύνου για την πορεία της κοινωνίας έστειλε από το Olympia Forum o Γρηγόρης Δημητριάδης, σημειώνοντας πως «όταν ανεβαίνουν τα άκρα, κάτι δεν έχει κάνει καλά το κέντρο».

Σε συζήτηση με τη δημοσιογράφο και σύμβουλο Στρατηγικής Επικοινωνίας & Μάρκετινγκ, Σοφία Τουντούρη, ο Γρηγόρης Δημητριάδης χαρακτήρισε την άνοδο των άκρων ως ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, υποστηρίζοντας ότι όταν ενισχύονται τα άκρα, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι «το κέντρο» –με την έννοια του πολιτικού συστήματος και των κομμάτων που διεκδικούν την ψήφο των πολιτών– δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα των πολιτών.

Οπως σημείωσε, η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να περιορίζεται σε συνθήματα ή σε επιθέσεις προς τους πολίτες που επιλέγουν τα άκρα. Αντίθετα, απαιτείται κατανόηση των αιτιών που δημιουργούν οργή, απογοήτευση και αίσθημα εγκατάλειψης.
Με αφορμή τις εξελίξεις στη Γερμανία όπου η άνοδος της Ακροδεξιάς καταγράφεται ξεκάθαρα στις κάλπες, ο πρώην διευθυντής του Γραφείου του Πρωθυπουργού μοιάζει να έστειλε μήνυμα συνολικά στο πολιτικό προσωπικό της χώρας –το δημοκρατικό τόξο όπως είπε– εξηγώντας ότι απαιτείται προετοιμασία για την επόμενη μέρα.

Η γραφειοκρατία των Βρυξελλών

Σύμφωνα με τον Γρηγόρη Δημητριάδη, η γραφειοκρατία των Βρυξελλών είναι ένα από τα σημαντικά αίτια. «Εχουμε μια διαδικασία όπου 27 χώρες μαζεύονται, συζητάνε, ξανασυζητάνε, φωτογραφίζονται στο προαύλιο, κάνουν και βίντεο στο TikTok, αλλά ουσία δεν υπάρχει», είπε με δηκτικό ύφος, για να συμπληρώσει: «Αν υπάρχει ρεαλισμός και λύνεις προβλήματα, τότε ο πολίτης το αισθάνεται. Αν το εισπράττει και δεν αισθάνεται οργή, θυμό, απόγνωση ή είναι παραμελημένος, τότε θα παραμείνει στα συστημικά κόμματα, όπως και ευχόμαστε να συμβεί».

Εστιάζοντας στη Γερμανία, εντόπισε την αποτυχία Μέρκελ στο να προετοιμάσει τη χώρα της για τα όσα έρχονταν, όπως την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, την εξάρτηση των εξαγωγών από την Κίνα και τις εξελίξεις στο Μεταναστευτικό. Κατά την εκτίμησή του, έλειψε επίσης ένα πειστικό αφήγημα για το μέλλον της Ευρώπης και της Γερμανίας. «Πληρώνουμε σήμερα αυτές τις συνέπειες», είπε.

Οι αγκυλώσεις του συστήματος

«Αισθάνονται οι πολίτες ότι το σύστημα δεν τους ακούει. Δεν θα φτιάξει αυτό το πρόβλημα με ευχολόγια αλλά με πράξεις», συμπλήρωσε και έφερε ένα παράδειγμα από την ελληνική πραγματικότητα: «Οταν απαιτούνται ακόμη και πέντε χρόνια για την παραγγελία αρβυλών από τον Στρατό, είναι δύσκολο να υπάρξει αποτελεσματική διακυβέρνηση μέσα σε έναν τετραετή εκλογικό κύκλο».

Στο ίδιο πλαίσιο, τάχθηκε υπέρ της απλοποίησης των διαδικασιών και της ταχύτερης λήψης αποφάσεων, υποστηρίζοντας ότι χρειάζονται «πολλά μικρά» βήματα και παρεμβάσεις, αλλά και συνολική μείωση της γραφειοκρατίας.

Αναφέρθηκε στην τυραννία του βραχυπρόθεσμου, την τοξικότητα, ένα μιντιακό στερέωμα το οποίο ειδικεύεται στην άνοδο της ασημαντότητας και στον θόρυβο εξηγώντας πως «δεν γίνεται ποτέ καμία ουσιαστική συζήτηση, παρά μόνο συνθήματα. Και έχεις μια καθημερινότητα που έχει γίνει πολύ πιο δύσκολη. Δεν έχεις τη δυνατότητα βραδύτητας. Σήμερα πρέπει να σχεδιάζεις τι θα γίνει μετά από δέκα χρόνια και όχι να κρατάς απλά το κεφάλι σου πάνω από το νερό. Είναι δυνατόν να φέρνεις ένα νομοσχέδιο από το υπουργείο Παιδείας, για το δημοτικό, και να μην κάνεις την άσκηση νοητικά πώς θα είναι ο κόσμος αυτού του παιδιού σε δώδεκα χρόνια; Ολο το πρόβλημα ξεκινά από το αν το σύστημα δίνει ουσιαστικές λύσεις ή όχι», τόνισε.

Το στεγαστικό πρόβλημα της νέας γενιάς 

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι νεότερες γενιές, συνδέοντας την οικονομική ανασφάλεια με την αδυναμία τους να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Οπως ανέφερε, ένας νέος άνθρωπος που εργάζεται και αμείβεται λίγο πάνω από τον κατώτατο μισθό δυσκολεύεται να αποκτήσει πρόσβαση στη στέγη και τη χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η δυνατότητά του να κάνει μακροπρόθεσμα σχέδια. Ως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις ανέδειξε, τέλος, την ανάγκη να διατηρηθεί η ελπίδα της νέας γενιάς.

«Εάν η νέα γενιά δεν ελπίζει, αυτό είναι συνταγή καταστροφής», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η δημιουργία προοπτικής για τους νέους αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για το μέλλον των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Περιγράφοντας την ελληνική –αλλά και ευρωπαϊκή– πραγματικότητα, έκανε λόγο για ένα νέο ζευγάρι που θέλει να στήσει σπίτι. Δουλεύουν και οι δύο και αμείβονται λίγο πάνω από τον κατώτατο μισθό.

«Τι ενοίκιο μπορούν να πληρώσουν; Πρακτικά σχεδόν δεν μπορούν», σχολίασε χαρακτηριστικά, καθώς το κόστος της στέγης και τα ενοίκια έχουν αυξηθεί, ενώ η γενικότερη ακρίβεια πιέζει ακόμη περισσότερο τα νοικοκυριά. Η αγορά κατοικίας δεν είναι εναλλακτική, καθώς οι νέοι ουσιαστικά δεν έχουν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν μπορούν να κάνουν σχέδια για το μέλλον τους, εξήγησε.

Συνέδεσε ευθέως το στεγαστικό με την ενίσχυση της Ακροδεξιάς. Οταν οι νέοι δεν βλέπουν ένα ασφαλές μέλλον, είναι πιο επιρρεπείς σε λαϊκιστικές και ακραίες προτάσεις.
Στην ερώτηση τι τον ανησυχεί περισσότερο για τα επόμενα χρόνια, ο Γρηγόρης Δημητριάδης δεν στρογγύλεψε τον λόγο του: «Μακάρι να ήταν μόνο ένα», είπε και απαρίθμησε τέσσερα ζητήματα, ξεκινώντας από αυτό της τεχνητής νοημοσύνης.

«Δεν είμαι Λουδίτης, δεν φοβάμαι την τεχνολογία. Πιστεύω ότι το AI μπορεί να κάνει θαύματα, να λύσει θέματα στην ιατρική κ.τ.λ., αλλά, όταν ακούω τον ίδιο τον Μπιλ Γκέιτς να λέει ότι ανησυχεί και φοβάται, κάτι παραπάνω ξέρει από μένα. Το δεύτερο είναι οι πολεμικές συρράξεις. Εδώ έχουμε πυρηνικές υπερδυνάμεις που είναι σε πόλεμο. Αυτό δεν είναι αστείο και θέλει πάρα πολλή προσοχή. Επίσης, με ανησυχεί πάρα πολύ και η περιβαλλοντική υποβάθμιση. Ομως, το κυριότερο, είναι αυτό που αφορά το μέλλον της νέας γενιάς. Εάν η νέα γενιά δεν ελπίζει, αυτό είναι συνταγή καταστροφής», τόνισε.