Οικονομικά μεγέθη με έντονη πολιτική χροιά, τα οποία, ανάλογα με τη συγκυρία, μπορούν να αποτελέσουν είτε κυβερνητικά όπλα στη φαρέτρα του οικονομικού επιτελείου είτε αντιπολιτευτικά επιχειρήματα από τα αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, αμφισβητώντας το οικονομικό «success story», όπως αρέσκονται να το αποκαλούν οι υποστηρικτές του.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να μαντέψει κανείς ότι πρόκειται για τον πληθωρισμό, τα επιτόκια και την αγοραστική δύναμη, τρία μεγέθη που βρίσκονται διαχρονικά στο επίκεντρο της οικονομικής και πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς δεν αποτυπώνουν μόνο την πορεία της οικονομίας από μακροοικονιμική σκοπιά, αλλά και το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των πολιτών.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο 40ός πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ρόναλντ Ρίγκαν, κατά την προεκλογική του εκστρατεία το 1980 είχε περιγράψει με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο τις επιπτώσεις του πληθωρισμού, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Ο πληθωρισμός είναι τόσο βίαιος όσο ένας ληστής, τόσο τρομακτικός όσο ένας ένοπλος ληστής και τόσο θανατηφόρος όσο ένας πληρωμένος δολοφόνος».
Εν έτει 2026 και με τις εθνικές εκλογές να απέχουν λιγότερο από έναν χρόνο, ανεξαρτήτως της όποιας σεναριολογίας, γινόμαστε μάρτυρες μιας νέας επιτάχυνσης του πληθωρισμού στην Ελλάδα όπου τον προηγούμενο μήνα ανήλθε στο 5%, από 4,6% τον Απρίλιο, σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις της Eurostat.
Την ίδια στιγμή, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3,2%, από 3% τον προηγούμενο μήνα, με την Ελλάδα να βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Υπό αυτό το πρίσμα, μήπως βρισκόμαστε ήδη στο στάδιο του «πληρωμένου δολοφόνου», σύμφωνα με την εύστοχη παρομοίωση του Ρίγκαν;
Στην προσπάθειά της να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, η ΕΚΤ ακολούθησε τα τελευταία χρόνια μια αυστηρότερη νομισματική πολιτική, διατηρώντας τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Θεωρητικά πάντα καθώς η οικονομία δεν είναι μαθηματικά, η αύξηση του κόστους δανεισμού περιορίζει την κατανάλωση και τις επενδύσεις, συμβάλλοντας στη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Ωστόσο, στην ελληνική περίπτωση, η εικόνα παραμένει πιο σύνθετη. Παρά τη νομισματική σύσφιγξη, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χαμηλότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat.
Ωστόσο, θα ήταν άδικο να αξιολογήσει κανείς τα συγκεκριμένα μεγέθη χωρίς να λάβει υπ’ όψιν τους εξωγενείς παράγοντες που αναπόφευκτα επηρεάζουν τον πληθωρισμό όπως ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η νέα ενεργειακή κρίση, η αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου και οι συνεχείς γεωπολιτικές αναταράξεις που διαμορφώνουν ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας, ασκώντας σημαντικές πληθωριστικές πιέσεις στις οικονομίες διεθνώς και κατ’ επέκταση στην ελληνική οικονομία…
Προτού λοιπόν καταλήξουμε σε εύκολα συμπεράσματα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την πολυπαραγοντικότητα του προβλήματος. Η Ελλάδα, ύστερα από μια μακρά περίοδο δημοσιονομικών ελλειμμάτων, κατάφερε να περάσει σε διαδοχικά πλεονάσματα, να ενισχύσει σημαντικά το πρωτογενές της αποτέλεσμα και να μειώσει σταδιακά το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Με απλά λόγια, η χώρα έχει καταβάλει τεράστιες προσπάθειες και έχει κάνει σημαντικές θυσίες, αποδεικνύοντας μέσα από τους μακροοικονομικούς δείκτες ότι απέχει πλέον σημαντικά από τα χρόνια της οικονομικής κρίσης!
Ωστόσο, όταν μιλάμε για τoν πληθωρισμό και την αγοραστική δύναμη των πολιτών, η εικόνα παραμένει περίπλοκη. Η εγχώρια επιδοματική πολιτική και η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ δύσκολα μπορούν να δώσουν τη λύση από μόνες τους.
Πρόκειται για μια πρόκληση που απαιτεί συντονισμένες παρεμβάσεις σε παγκόσμιο, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, ώστε η βελτίωση των μακροοικονομικών επιδόσεων να μεταφραστεί τελικά σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών μέσω της αύξησης της αγοραστικής τους δύναμης.
* Ο Γιώργος Ζαΐρης εργάζεται ως Director σε πολυεθνική εταιρεία με έδρα το Λουξεμβούργο και ειδικεύεται στην παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε Ευρωπαϊκούς Θεσμούς και Δημόσιους Φορείς σε θέματα αποτίμησης χαρτοφυλακίων και δανείων.