Το όραμα της κυβέρνησης για τη μετατροπή της χώρας, και ειδικότερα της Θεσσαλονίκης, σε κεντρικό γεωστρατηγικό και οικονομικό κόμβο της ευρύτερης περιοχής παρουσίασε ο Γιώργος Γεραπετρίτης.
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στην ισχυρότερη θέση των τελευταίων δεκαετιών, έχοντας μετατρέψει διαδοχικές κρίσεις σε ευκαιρίες και διαμορφώνοντας τις προϋποθέσεις ώστε μέσα στα επόμενα χρόνια να εξελιχθεί στην «πύλη της Ανατολής και του Νότου προς την Ευρώπη». Αυτό είπε μεταξύ άλλων από τη Θεσσαλονίκη ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, μιλώντας στην εκδήλωση «Thessaloniki 4.0: Innovation & Investment in a Challenging Global Environment» της Grant Thornton.
Ο κ. Γεραπετρίτης περιέγραψε ένα διεθνές περιβάλλον πρωτοφανούς αβεβαιότητας, γεωπολιτικών ανακατατάξεων και οικονομικών προκλήσεων, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι η Ελλάδα έχει καταφέρει να θωρακιστεί οικονομικά, ενεργειακά και διπλωματικά, αποτελώντας πλέον έναν από τους ασφαλέστερους επενδυτικούς προορισμούς της Δύσης.
Παράλληλα, προέβλεψε ότι η χώρα θα αποκτήσει κομβικό ρόλο στους νέους διεθνείς εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους, λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής, Αφρικής και Ινδίας.
Ένας κόσμος χωρίς προβλεψιμότητα
Ο κ. Γεραπετρίτης ξεκίνησε την ομιλία του περιγράφοντας τη νέα διεθνή πραγματικότητα ως ένα περιβάλλον διαρκούς μεταβλητότητας και ευαλωτότητας, στο οποίο η δυνατότητα πρόβλεψης έχει περιοριστεί δραματικά.
Όπως σημείωσε, οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί δυσκολεύονται πλέον να σχεδιάσουν ακόμη και βραχυπρόθεσμα σενάρια, καθώς οι παγκόσμιες εξελίξεις αλληλοεπηρεάζονται με πρωτοφανή ταχύτητα. Ταυτόχρονα, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία, οι ανακατατάξεις στην παγκόσμια οικονομία και η επιστροφή του κρατικού προστατευτισμού μεταβάλλουν δεδομένα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν σταθερές της διεθνούς τάξης.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια ιστορική πρόκληση, καθώς επί δεκαετίες επικεντρώθηκε στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και όχι στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της στρατηγικής της αυτονομίας απέναντι σε διεθνείς δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ρωσία και η Ινδία.
Η Ελλάδα επτά χρόνια μετά την κρίση
Μέσα σε αυτό το δύσκολο διεθνές περιβάλλον, ο κ. Γεραπετρίτης υποστήριξε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στην καλύτερη κατάσταση των τελευταίων ετών, παρά το γεγονός ότι μόλις πριν από επτά χρόνια είχε εξέλθει από μια βαθιά οικονομική κρίση που κόστισε περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της χώρας. Όπως ανέφερε, η ελληνική οικονομία δεν βγήκε απλώς από μια περίοδο ύφεσης αλλά από μια κατάσταση που απειλούσε την ίδια της την επιβίωση. Σήμερα, αντί η δημόσια συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από τον κίνδυνο κατάρρευσης, επικεντρώνεται στον μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου και στη διαμόρφωση μιας νέας αναπτυξιακής στρατηγικής.
Ο υπουργός αναγνώρισε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η μονομερής παραγωγική βάση της οικονομίας, ωστόσο υποστήριξε ότι η χώρα παρουσιάζει ανθεκτικότητα και θετικές επιδόσεις ακόμη και σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.
Από ενεργειακά εξαρτημένη σε ενεργειακό κόμβο
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο υπουργός Εξωτερικών στον ενεργειακό μετασχηματισμό της χώρας. Υπενθύμισε ότι πριν από λίγα χρόνια η Ελλάδα εξαρτιόταν σχεδόν πλήρως από το ρωσικό φυσικό αέριο. Ωστόσο, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να διαφοροποιήσει το ενεργειακό της μίγμα, να ενισχύσει τη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και να αναπτύξει νέες υποδομές διασύνδεσης.
Όπως ανέφερε, η χώρα από καθαρός εισαγωγέας ενέργειας εξελίχθηκε σε καθαρό εξαγωγέα, ενώ σήμερα αποτελεί τον σημαντικότερο ενεργειακό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η Ελλάδα, όπως σημείωσε, παρέχει ενεργειακή ασφάλεια στους γείτονές της μέσω αγωγών φυσικού αερίου, ηλεκτρικών διασυνδέσεων και επενδύσεων στις ΑΠΕ, αποκτώντας έναν στρατηγικό ρόλο που αναγνωρίζεται τόσο από τους Ευρωπαίους εταίρους όσο και από τις χώρες της περιοχής.
Η εξωστρέφεια ως στρατηγική επιλογή
Ο κ. Γεραπετρίτης χαρακτήρισε την εξωστρέφεια βασικό πυλώνα της οικονομικής πολιτικής της χώρας από το 2019 και μετά. Όπως εξήγησε, η κυβέρνηση δημιούργησε ένα νέο μοντέλο προώθησης των επενδύσεων και των εξαγωγών μέσα από το Υπουργείο Εξωτερικών, συνδέοντας την οικονομική διπλωματία με την εξωτερική πολιτική. Τα αποτελέσματα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ήδη ορατά. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν αυξηθεί κατά περίπου 50%, ενώ οι ελληνικές εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν διπλασιαστεί.
Παράλληλα, η χώρα προχώρησε στη δημιουργία θεσμικού πλαισίου για τον έλεγχο επενδύσεων σε κρίσιμες υποδομές, προκειμένου να αποτρέπονται γεωπολιτικοί κίνδυνοι και να ενισχύεται η ασφάλεια των επενδυτικών κεφαλαίων. «Αν ρωτήσει κανείς έναν επενδυτή, θα του πει ότι η Ελλάδα είναι σήμερα ένας από τους ασφαλέστερους επενδυτικούς προορισμούς της Δύσης», τόνισε χαρακτηριστικά.
Μακροοικονομική σταθερότητα και επενδυτική εμπιστοσύνη
Ο υπουργός υποστήριξε ότι η επενδυτική δραστηριότητα δεν εξαρτάται μόνο από τις μικροοικονομικές συνθήκες αλλά και από τη συνολική εικόνα της οικονομίας. Όπως είπε, η Ελλάδα παρουσιάζει σήμερα τη μεγαλύτερη μείωση δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, τη μεγαλύτερη μείωση της ανεργίας και ρυθμούς ανάπτυξης σημαντικά υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στο ίδιο πλαίσιο, υπογράμμισε ότι το κόστος δανεισμού της χώρας έχει βελτιωθεί σημαντικά, φτάνοντας σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα της Γαλλίας και ευνοϊκότερα από άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και την πρόσφατη εκλογή του Έλληνα υπουργού Οικονομικών στην προεδρία του Eurogroup, χαρακτηρίζοντάς την ως ψήφο εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία και επιβεβαίωση της αξιοπιστίας της χώρας στις διεθνείς αγορές.
Το διπλωματικό κεφάλαιο της Ελλάδας
Μμέρος της ομιλίας αφιερώθηκε στη γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας. Ο κ. Γεραπετρίτης υποστήριξε ότι η Ελλάδα διαθέτει σήμερα το ισχυρότερο διπλωματικό αποτύπωμα των τελευταίων δεκαετιών. Επικαλέστηκε την εκλογή της χώρας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, τη συμβολή της στη διαμόρφωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και την ενεργή συμμετοχή της στις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την κοινή άμυνα και τη στρατηγική αυτονομία.
Επιπλέον, σημείωσε ότι η Ελλάδα έχει αναπτύξει στρατηγικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ, τις χώρες του Κόλπου, την Ινδία και κράτη της Βόρειας Αφρικής, ενώ συνεχίζει να διευρύνει το δίκτυο συνεργασιών της στην ευρύτερη περιοχή. Κατά τον ίδιο, η χώρα έχει πλέον τη δυνατότητα να λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας και ασφάλειας στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.
Η Ελλάδα ως πύλη της Ανατολής και του Νότου
Στο πιο χαρακτηριστικό σημείο της ομιλίας του, ο υπουργός Εξωτερικών περιέγραψε τον ρόλο που φιλοδοξεί να διαδραματίσει η χώρα τα επόμενα χρόνια. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα θα εξελιχθεί στην «πύλη της Ανατολής και του Νότου προς την Ευρώπη», αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση και τις νέες ενεργειακές και εμπορικές υποδομές.
Ειδική αναφορά έκανε στον οικονομικό διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC), στον οποίο η Ελλάδα φιλοδοξεί να αποτελέσει τον βασικό ευρωπαϊκό κόμβο, καθώς και στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις με την Αίγυπτο για μεταφορά πράσινης ενέργειας. Παράλληλα, σημείωσε ότι η χώρα θα ενισχύσει τον ρόλο της στον κάθετο ενεργειακό διάδρομο προς τη Ρουμανία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία, ενώ θα συνεχίσει να επενδύει στην αμυντική της αυτονομία και στην περιφερειακή ασφάλεια.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο κ. Γεραπετρίτης αναγνώρισε ότι οι γεωπολιτικοί και οικονομικοί κίνδυνοι παραμένουν ισχυροί, ειδικά λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και της συνεχιζόμενης ακρίβειας. Ωστόσο, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει την πορεία σταθερότητας και ανάπτυξης που έχει χαράξει τα τελευταία χρόνια.
Την ίδια στιγμή προειδοποίησε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη χώρα δεν είναι εξωτερικός αλλά εσωτερικός, κάνοντας λόγο για τον κίνδυνο του οικονομικού λαϊκισμού, του πολιτικού μηδενισμού και των εύκολων υποσχέσεων που, όπως είπε, ιστορικά οδήγησαν τη χώρα σε κρίσεις. «Οι κίνδυνοι υπάρχουν, αλλά υπάρχει και η σταθερή βούληση να τους μετατρέψουμε σε ευκαιρίες», ανέφερε χαρακτηριστικά, καλώντας πολιτεία και επιχειρηματικό κόσμο να εργαστούν από κοινού ώστε η οικονομική ανάπτυξη να συνοδεύεται από κοινωνική συνοχή και να αποδίδει ουσιαστικό μέρισμα στους πολίτες.
Με αυτόν τον τρόπο, κατέληξε, η Ελλάδα μπορεί να διατηρήσει τη θέση της ως μια ισχυρή οικονομία, ένας αξιόπιστος επενδυτικός προορισμός και ένας στρατηγικός πυλώνας σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.