Ο Γιάννης Στουρνάρας περιέγραψε τις κρίσιμες στιγμές του 2015, τον κίνδυνο εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, τα capital controls και την εμπιστοσύνη των Ελλήνων στο κοινό νόμισμα, ενώ αναφέρθηκε και στην ακρίβεια, τους μισθούς και την παραγωγικότητα.
Στις δραματικές στιγμές του πρώτου εξαμήνου του 2015, όταν η Ελλάδα κινδύνευσε να βγει από το ευρώ, αναφέρθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, χαρακτηρίζοντας εκείνη την περίοδο ως την πιο αγχωτική κατάσταση που έχει βιώσει στη θητεία του. Ο Γιάννης Στουρνάρας μίλησε για τις διαπραγματεύσεις της τότε κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στο Eurogroup, την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, την απόφαση για το κλείσιμο των τραπεζών και την επιβολή των capital controls, εξηγώντας τον ρόλο της Τράπεζας της Ελλάδος στη διαχείριση της κρίσης. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα, στην αναβάθμιση της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα και στην εμπιστοσύνη των Ελλήνων στο ευρώ, η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου που επικαλέστηκε, φτάνει το 74%. Ο διοικητής της ΤτΕ σχολίασε ακόμη την ακρίβεια και τη σχέση τιμών και εισοδημάτων, υπογραμμίζοντας ότι οι αυξήσεις μισθών πρέπει να έχουν αντίκρισμα στην παραγωγικότητα, ενώ συνέδεσε την οικονομική ισορροπία με την ανάπτυξη και τη διανομή του πλούτου.
Στον οικονομολόγο καθηγητή Ξενοφών Ζολώτα, στην περίοδο όπου η Ελλάδα κινδύνευσε να βγει από το ευρώ, αλλά και στην εμπιστοσύνη που δείχνουν οι Έλληνες στο κοινό νόμισμα, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στη συνέντευξή του στην ΕΡΤ3 και τη δημοσιογράφο Βίκυ Φλέσσα, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας.
Η πιο αγχωτική κατάσταση
Απαντώντας στο ερώτημα για το ποια ήταν η πιο αγχωτική κατάσταση που έχει βιώσει όλα αυτά τα χρόνια ως Διοικητής της ΤτΕ, ανέφερε πως «αναμφισβήτητα ήταν το πρώτο εξάμηνο του 2015, με την τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με την τότε διαπραγμάτευση, όπου η Ελλάδα κινδύνευσε να βγει από το ευρώ.
Θυμάμαι τις αγωνιώδεις προσπάθειες να πείσω να καταλήξουν σε συμφωνία στο Eurogroup. Όταν αυτό δεν κατέστη δυνατό, είχαμε το θέμα πλέον του κλεισίματος των τραπεζών, διότι αν θυμάστε, με την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, ο κόσμος όλος έτρεξε στις τράπεζες. Αυτό το Σαββατοκύριακο μάζεψαν ό,τι λεφτά υπήρχαν στα ΑΤΜs. Άρα, δεν μπορούσαν υπό αυτές τις συνθήκες να ανοίξουν οι τράπεζες τη Δευτέρα.
Την προσπάθεια της Τράπεζας της Ελλάδος να πείσει την κυβέρνηση τότε ότι οι τράπεζες δεν πρέπει να ανοίξουν τη Δευτέρα, διότι θα γίνει ό,τι χειρότερο μπορείτε να φανταστείτε και να κλείσουν με έναν λελογισμένο τρόπο, όπως άλλωστε έγινε», είπε αρχικά.
Και πρόσθεσε: «Συνεδρίασε το Συμβούλιο Συστημικής Σταθερότητας. Εγώ ήμουν στη Βασιλεία της Ελβετίας τότε, όταν προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα. Είχαμε Σύνοδο Διοικητών. Μου ζήτησε ο Μάριο Ντράγκι τότε να ενημερώσω τους άλλους κεντρικούς τραπεζίτες και γύρισα πίσω, ούτως ώστε να κάνω σύσκεψη με τους ανθρώπους μου εδώ, για να πάμε μετά στο Υπουργείο Οικονομικών και να συνεδριάσει το Συμβούλιο Συστημικής Σταθερότητας και να πάρει τις αποφάσεις του».
Ο αιφνιδιασμός
Όπως αποκάλυψε αιφνιδιάστηκε καθώς δεν πίστευε ότι η χώρα θα έφτανε σε δημοψήφισμα, «γιατί έχοντας κουβεντιάσει με τον Αντιπρόεδρο της κυβέρνησης πριν, τον κύριο Δραγασάκη, θυμάμαι ότι με είχε διαβεβαιώσει ότι τελικά θα καταλήγανε σε συμφωνία. Αυτό τελικά δεν κατέστη δυνατό».
Από την άλλη ξεχώρισε ως την πιο συναρπαστική περίοδο, «την εξομάλυνση της κατάστασης, όταν η Ελλάδα να επιστρέφει στην κανονικότητα, όταν καταργήσαμε τους ποσοτικούς περιορισμούς, τα capital controls, όταν αρκετά χρόνια μετά, βέβαια, ήταν το 2019 αυτό, όταν άρχισαν πια να πέφτουν τα επιτόκια, όταν έγινε η αναβάθμιση της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα, τότε πλέον επιστρέψαμε στην κανονικότητα.
Μπορώ να πω ότι η Τράπεζα της Ελλάδος έκανε το καθήκον της τότε. Ακόμα και στη δύσκολη αυτήν περίοδο που κλείσανε οι τράπεζες, εφοδίαζε τα ΑΤΜs όλης της Ελλάδας με νόμισμα. Και τα capital controls τελικά δεν είχαν αρνητική επίπτωση στην οικονομία, όσο περίμεναν ορισμένοι, γιατί είχαν οργανωθεί πάρα πολύ σωστά με τους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών, του Γενικού Λογιστηρίου και τα στελέχη της Τράπεζας της Ελλάδος».
Αναφερόμενος στο ευρώ, σημείωσε ότι σύμφωνα με τις έρευνες που γίνονται με το ευρωβαρόμετρο, σήμερα οι Έλληνες εμπιστεύονται το νόμισμα σε ποσοστό 74%. «Είναι ένα ψηλό ποσοστό για τα ευρωπαϊκά επίπεδα, λίγο κάτω από τον μέσο όρο της Ευρώπης, που είναι 82%, αλλά πάντως είμαστε ψηλά. 74% είναι μεγάλη εμπιστοσύνη στο κοινό νόμισμα. Άρα δεν είναι αλήθεια αν ορισμένοι πιστεύουν ότι το ευρώ προκαλεί δυσπιστία. Το αντίθετο. Το ευρώ προκαλεί εμπιστοσύνη στον Έλληνα».
Δεν μπορείς να αυξήσεις όσο θέλεις το εισόδημα, πρέπει να υπάρχει αντίκρισμα παραγωγικότητας
Σχολιάζοντας τα της ακρίβειας, τόνισε ότι δεν είναι θέμα πληθωρισμού. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει εξασφαλίσει χαμηλό πληθωρισμό. Ίσα ίσα ο πληθωρισμός είναι χαμηλός. Είναι ο συνδυασμός υψηλών τιμών που δημιουργήθηκαν μετά από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, με αποτέλεσμα να ξεφύγουν οι τιμές της ενέργειας, οι τιμές των τροφίμων.
Σπάσανε οι αλυσίδες. Έπεσαν ξανά οι τιμές της ενέργειας και των τροφίμων. Αλλά είναι υψηλές τιμές σε σχέση με το εισόδημα. Αυτό είναι. Η ακρίβεια δεν είναι μόνο τιμές. Είναι τιμές σε σχέση με το εισόδημα. Το εισόδημα όμως δεν είναι θέμα νομισματικό. Έχει να κάνει και με την παραγωγικότητα, έχει να κάνει με την ανάπτυξη, έχει να κάνει με τη διανομή του πλούτου.
Άρα εδώ οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να δώσουν συμβουλή, αλλά δεν είναι αυτές υπεύθυνες για τον συνδυασμό τιμών – μισθών. Είναι υπόθεση εθνικής πολιτικής, όπου βεβαίως συμβάλλουν οι εθνικές κεντρικές τράπεζες με τις μελέτες τους και κυρίως με τη σταθερότητα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πέτυχε αυτό που λέμε ομαλή προσγείωση. Μην ξεχνάτε ο πληθωρισμός είχε τιναχτεί στο 10,7%, 11% μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Και σήμερα το ρίξαμε κάτω από 2% πριν από αυτό που έγινε στη Μέση Ανατολή.
Δεν μπορείς να αυξήσεις όσο θέλεις το εισόδημα, διότι αυτό το λάθος κάναμε παλιά και μπήκαμε στη μεγάλη κρίση μετά από το 2009-2010. Διότι δεν ήταν μόνο δημοσιονομικό το πρόβλημα, ήταν και πρόβλημα ανισορροπίας μεταξύ αυξήσεων των μισθών και παραγωγικότητας. Πρέπει να υπάρχει ένα αντίκρισμα παραγωγικότητας. Αν δεν υπάρχει αντίκρισμα παραγωγικότητας και αυξάνεις πληθωριστικά τους μισθούς, δεν κάνεις τίποτα.