Έρχεται η ΔΕΘ και μαζί της, όπως κάθε χρόνο, η μεγάλη παρέλαση των πολιτικών υποσχέσεων. Θα αυξήσουμε. Θα μειώσουμε. Θα καταργήσουμε. Θα δώσουμε. Θα στηρίξουμε. Θα αποκαταστήσουμε. Θα μοιράσουμε.

Ένα ατελείωτο «θα» που ακούγεται ωραία στα αυτιά, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να μετατραπεί σε αριθμούς. Γιατί στην πολιτική υπάρχει μια λεπτομέρεια που συχνά ξεχνιέται μέσα στον ενθουσιασμό των εξαγγελιών: τίποτα δεν είναι δωρεάν. Κάθε υπόσχεση έχει κόστος και, όταν ο λογαριασμός δεν παρουσιάζεται μαζί με την υπόσχεση, τότε υπάρχει σοβαρός λόγος να αναρωτηθεί ο πολίτης ποιος θα κληθεί να τον πληρώσει.

Η αντιπολίτευση, όπως είναι φυσικό, θα επιχειρήσει και φέτος να παρουσιάσει ένα εντυπωσιακό πακέτο παροχών. Θα ακουστούν προτάσεις για μειώσεις φόρων, αυξήσεις εισοδημάτων, περισσότερες δαπάνες, νέες παροχές και λύσεις για κάθε πρόβλημα. Όλα θα μοιάζουν εύκολα.

Μόνο που η οικονομία δεν είναι προεκλογική αφίσα. Δεν λειτουργεί με το «θα βρούμε τα χρήματα» ή με το «κάπως θα γίνει». Και σίγουρα δεν λειτουργεί με την υπόσχεση ότι «λεφτά υπάρχουν», χωρίς να εξηγείται από πού ακριβώς θα προέλθουν.

Γιατί στο τέλος το «θα» έχει πάντα μια δεύτερη λέξη: λογαριασμός. Και τον λογαριασμό δεν τον πληρώνει ο αρχηγός του κόμματος που έκανε την εξαγγελία, ούτε ο κομματικός μηχανισμός ή όσοι χειροκροτούν στις πολιτικές συγκεντρώσεις. Τον πληρώνει ο φορολογούμενος, η οικογένεια που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα, ο εργαζόμενος, ο μικρομεσαίος. Τον πληρώνει τελικά ολόκληρη η κοινωνία, όταν οι ανεύθυνες υποσχέσεις μετατρέπονται σε δημοσιονομικές τρύπες.

Και ο λογαριασμός μπορεί να έρθει με πολλούς τρόπους: με περισσότερους φόρους, με περικοπές, με μεγαλύτερο χρέος, με περιορισμό των δημόσιων επενδύσεων ή με μια οικονομία που χάνει την αξιοπιστία της. Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να αποφύγει η χώρα.

Η κυβέρνηση έχει επιλέξει τον δύσκολο δρόμο της δημοσιονομικής υπευθυνότητας. Μπορεί να μην είναι ο πιο εντυπωσιακός και να μην προσφέρει πάντα εύκολα χειροκροτήματα, είναι όμως ο δρόμος που επιτρέπει στην Ελλάδα να σχεδιάζει το μέλλον χωρίς να επιστρέφει στις κακές συνήθειες του παρελθόντος.

Γιατί υπεύθυνη κυβέρνηση είναι εκείνη που γνωρίζει τι μπορεί να δώσει, πότε μπορεί να το δώσει και πόσο κοστίζει. Που μπορεί να αντιστοιχίσει κάθε εξαγγελία με συγκεκριμένο δημοσιονομικό χώρο και κάθε νέα δαπάνη με πραγματική δυνατότητα χρηματοδότησης.

Στη ΔΕΘ, λοιπόν, ας ακούσουμε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς. Ας ακούσουμε τα προγράμματά τους και τις προτάσεις τους. Αλλά ας ζητήσουμε και κάτι ακόμη: κοστολόγηση.

Πόσο κοστίζει κάθε μέτρο; Ποια είναι η πηγή χρηματοδότησης; Τι επιπτώσεις θα έχει στον προϋπολογισμό; Τι θα συμβεί αν τα έσοδα δεν επιβεβαιώσουν τις προβλέψεις; Χωρίς απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, το «θα» παραμένει απλώς ένα ωραίο σύνθημα.

Και τα συνθήματα είναι δωρεάν μόνο μέχρι την ημέρα που έρχεται η ώρα του λογαριασμού. Τότε το «θα, θα, θα» τελειώνει και αρχίζει το «πληρώστε».

Ας μην ξανακάνουμε το ίδιο λάθος. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους πολιτικούς που υπόσχονται τον ουρανό. Χρειάζεται πολιτικούς που ξέρουν πόσο κοστίζει κάθε υπόσχεση και έχουν το θάρρος να πουν την αλήθεια στους πολίτες.

Γιατί στο τέλος, όσο μεγάλα κι αν είναι τα «θα» της ΔΕΘ, ένα πράγμα δεν αλλάζει: τον λογαριασμό τον πληρώνουν πάντα οι πολίτες. Και όταν αυτός ο λογαριασμός είναι αποτέλεσμα ανεύθυνων υποσχέσεων, τον πληρώνουν ακριβά.