Με στοιχεία και αριθμούς απαντάει ο Άδωνις Γεωργιάδης και ξεκαθαρίζει: «Δεν θα επιτρέψω την ανθρωποφαγία και την ανθρωποθυσία».

Απάντηση στις αιτιάσεις περί «γαλάζιου σκανδάλου» με επίκεντρο τη ΓΣΕΕ έδωσε ο Άδωνις Γεωργιάδης, απορρίπτοντας κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς και κάνοντας λόγο για στοχοποίηση με πολιτικά και επικοινωνιακά κίνητρα.

Σε εκτενή ανάρτησή του, ο υπουργός Υγείας –και πρώην υπουργός Εργασίας– επιχειρεί να παρουσιάσει αναλυτικά το ιστορικό και το θεσμικό πλαίσιο των προγραμμάτων κατάρτισης, υποστηρίζοντας ότι η υπόθεση δεν συνιστά σκάνδαλο, αλλά μια διαχρονική πολιτική που εφαρμόστηκε από διαφορετικές κυβερνήσεις από το 2014 έως το 2026.

Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του αποτελεί η υπεράσπιση της Άννας Στρατινάκη, για την οποία υποστηρίζει ότι στοχοποιείται άδικα για μια πολιτική που φέρει –όπως τονίζει– τις υπογραφές γενικών και ειδικών γραμματέων τόσο επί ΣΥΡΙΖΑ όσο και επί Νέας Δημοκρατίας.

Παράλληλα, απορρίπτει τις αιχμές για τον σύντροφό της, σημειώνοντας ότι δεν διαθέτει εταιρεία κατάρτισης και άρα δεν θα μπορούσε να είναι δικαιούχος σχετικών προγραμμάτων. «Την ανθρωποφαγία και την ανθρωποθυσία δεν θα την επιτρέψω», αναφέρει χαρακτηριστικά, συνδέοντας την υπόθεση με προσωπικές εμπειρίες στοχοποίησης που, όπως λέει, έχει βιώσει στο παρελθόν.

Ο κ. Γεωργιάδης εξηγεί ότι τα επίμαχα προγράμματα είχαν ενταχθεί στο επιχειρησιακό πρόγραμμα 2014-2020 και έληγαν στις 31 Δεκεμβρίου 2023, μετά και την παράταση λόγω πανδημίας. Όπως αναφέρει, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τις ευρωπαϊκές Αρχές προκειμένου να διαπιστωθεί ποια έργα μπορούσαν να συνεχιστούν και ποια να ακυρωθούν χωρίς δημοσιονομικές συνέπειες.

Διευκρινίζει ότι έργα με ολοκληρωμένες νομικές δεσμεύσεις –όπως διαγωνισμοί και έλεγχοι από το Ελεγκτικό Συνέδριο– σε περίπτωση ακύρωσης θα γεννούσαν αποζημιωτικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, οδηγώντας σε πληρωμές χωρίς υλοποίηση έργου.

Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνει ότι εάν δεν είχε βρεθεί λύση μέσω μεταφοράς συγκεκριμένων έργων στο εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, το Δημόσιο θα κινδύνευε να καταβάλει αποζημιώσεις μέσω δικαστικών αποφάσεων.

Ο υπουργός φέρνει μάλιστα ως παράδειγμα την υπόθεση της υποθαλάσσιας αρτηρίας Θεσσαλονίκης, όπου –όπως σημειώνει– πληρώθηκαν ποσά χωρίς να υλοποιηθεί το έργο. Κατά τον ίδιο, η νομοθετική ρύθμιση που προώθησε η κυβέρνηση αποσκοπούσε ακριβώς στην αποτροπή μιας τέτοιας εξέλιξης.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο πρόγραμμα κατάρτισης στον κλάδο της Δημιουργικής Βιομηχανίας, ύψους 11 εκατ. ευρώ, που υλοποιήθηκε μέσω της ΓΣΕΕ και –σύμφωνα με τον ίδιο– ελέγχθηκε από την Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΕΔΕΛ) και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, λαμβάνοντας θετική αξιολόγηση ως «best practice». Όπως αναφέρει ο υπουργός Υγείας, το 25% των ωφελουμένων βρήκε εργασία μετά την ολοκλήρωσή του, ποσοστό που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα υψηλό.

Σχετικά με τη διαδικασία ένταξης των προγραμμάτων, τονίζει ότι εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης, στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των συναρμόδιων υπουργείων και των κοινωνικών εταίρων. Υποστηρίζει ότι εάν υπήρχε οποιοδήποτε νομικό ζήτημα, αυτό θα είχε αναδειχθεί πριν από την ένταξη και την έγκρισή τους. Υπενθυμίζει ακόμη ότι επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είχαν εκδοθεί προσκλήσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ προς επαγγελματικούς και κοινωνικούς φορείς για προγράμματα κατάρτισης, με αντίστοιχο μοντέλο υλοποίησης.

Ο υπουργός επισημαίνει ότι το νέο επιχειρησιακό πρόγραμμα 2021-2027 δεν επιτρέπει την υλοποίηση προγραμμάτων με την ίδια μορφή που ίσχυε από το 2016 και μετά, γεγονός που δημιούργησε τεχνικά και νομικά ζητήματα στη μεταφορά τους. Η λύση, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν είτε η χρηματοδότησή τους από εθνικούς πόρους είτε η μεταφορά τους στο νέο ΕΣΠΑ, αναλόγως της περίπτωσης, κατόπιν διαπραγμάτευσης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Αναγκαία επανεκπαίδευση

Παράλληλα, ο κ. Γεωργιάδης υπογραμμίζει ότι η κατάρτιση δεν πρέπει να ποινικοποιείται, ιδιαίτερα σε μια περίοδο ραγδαίων αλλαγών στην αγορά εργασίας λόγω τεχνολογικών εξελίξεων και τεχνητής νοημοσύνης. Ειδική μνεία κάνει στη Δυτική Μακεδονία και στις περιοχές απολιγνιτοποίησης, όπου –όπως σημειώνει– η ανάγκη επανεκπαίδευσης εργαζομένων είναι επιτακτική.

Κλείνοντας, ξεκαθαρίζει ότι οι έρευνες της Οικονομικής Εισαγγελίας για τυχόν οικονομικές ροές είναι θεμιτές και ότι οι αρμόδιες Αρχές οφείλουν να ελέγχουν τα πάντα. Ωστόσο, τονίζει πως μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης ισχύει το τεκμήριο αθωότητας. Κατά τον ίδιο, η πολιτική αντιπαράθεση δεν πρέπει να οδηγεί σε απαξίωση ενός εργαλείου όπως η κατάρτιση, το οποίο αποτελεί κρίσιμο πυλώνα για την απασχόληση και την προσαρμογή της οικονομίας στις νέες συνθήκες.