Στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα εντάσσονται νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και διασώστες του ΕΚΑΒ, ενώ παράλληλα θεσμοθετείται η ίση αμοιβή ανδρών-γυναικών
Με τη ρύθμιση για την ένταξη των υγειονομικών στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα ανοίγει το σημαντικότερο κεφάλαιο του νομοσχεδίου του υπουργείου Εργασίας, το οποίο ψηφίζεται στη Βουλή και συνδυάζει ασφαλιστικές παρεμβάσεις με νέους κανόνες για τη μισθολογική ισότητα ανδρών και γυναικών.
Για χιλιάδες εργαζομένους του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η συγκεκριμένη διάταξη κλείνει μια εκκρεμότητα δεκαετιών και αναγνωρίζει τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται καθημερινά.
Συγκεκριμένα, στο νέο καθεστώς εντάσσονται νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και διασώστες του ΕΚΑΒ που ασφαλίζονται στο Δημόσιο, αποκτώντας τα ίδια ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα με τους συναδέλφους τους στον ιδιωτικό τομέα.
Η εξομοίωση αυτή μεταφράζεται σε ευνοϊκότερους όρους ασφάλισης και συνταξιοδότησης για επαγγελματίες που εργάζονται σε απαιτητικές βάρδιες, βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι με βιολογικούς κινδύνους και καλούνται να διαχειρίζονται περιστατικά υψηλής ευθύνης.
Ιστορική αποκατάσταση
Η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη διάταξη ιστορική αποκατάσταση, επισημαίνοντας ότι διορθώνεται μια αδικία που παρέμενε για περίπου τριάντα χρόνια. Η ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά ενισχύει παράλληλα την προσπάθεια διατήρησης και προσέλκυσης προσωπικού στο δημόσιο σύστημα υγείας σε μια περίοδο όπου οι ανάγκες παραμένουν αυξημένες και η στελέχωση αποτελεί βασική προτεραιότητα.
Το ίδιο νομοσχέδιο εισάγει εκτεταμένες αλλαγές και στην αγορά εργασίας μέσω της εφαρμογής της ευρωπαϊκής οδηγίας για την ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών. Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, οι γυναίκες εξακολουθούν να λαμβάνουν χαμηλότερες αποδοχές από τους άνδρες για εργασία ίσης αξίας, γεγονός που διατηρεί το μισθολογικό χάσμα σε επίπεδα υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι νέοι κανόνες εισάγουν μεγαλύτερη διαφάνεια ήδη από τη διαδικασία πρόσληψης. Οι εργοδότες θα γνωστοποιούν τον μισθό ή το εύρος των αποδοχών πριν από τη συνέντευξη, ενώ καταργείται η πρακτική αναζήτησης στοιχείων για τις προηγούμενες αποδοχές των υποψηφίων. Η αξιολόγηση των εργαζομένων θα βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, όπως η εμπειρία, η ευθύνη και τα επαγγελματικά προσόντα, χωρίς διάκριση φύλου.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και οι μηχανισμοί ελέγχου. Ο Συνήγορος του Πολίτη και η Επιθεώρηση Εργασίας αναλαμβάνουν ενισχυμένο ρόλο στην εποπτεία της εφαρμογής των νέων διατάξεων, ενώ σε περιπτώσεις αδικαιολόγητων μισθολογικών διαφορών θα προβλέπονται παρεμβάσεις και κυρώσεις. Η μισθολογική διαφάνεια μετατρέπεται πλέον σε υποχρέωση για τις επιχειρήσεις και σε δικαίωμα για τους εργαζομένους.
Κατά την παρουσίαση του νομοσχεδίου στη Βουλή, η Νίκη Κεραμέως συνέδεσε τις νέες ρυθμίσεις με τη συνολική εικόνα της αγοράς εργασίας. Oπως ανέφερε, την τελευταία επταετία δημιουργήθηκαν περισσότερες από 560.000 νέες θέσεις εργασίας, η ανεργία υποχώρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 41,5% και ο μέσος μισθός ξεπέρασε τα 1.500 ευρώ. Παράλληλα, οι νέες συλλογικές συμβάσεις επεκτείνουν τις αυξήσεις αποδοχών και σε περίπου μισό εκατομμύριο εργαζoμένους.
Ψηφιακός έλεγχος
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ακόμη ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, καθώς και παρεμβάσεις που ενισχύουν τον ψηφιακό έλεγχο της αγοράς εργασίας μέσω του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ. Η καταγραφή των συλλογικών συμβάσεων και η καλύτερη εποπτεία των εργασιακών σχέσεων εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο διαφάνειας που επιχειρεί να ενισχύσει η κυβέρνηση.
Η ψήφιση του νομοσχεδίου συνδυάζει δύο παρεμβάσεις με έντονο κοινωνικό αποτύπωμα. Από τη μία πλευρά, οι υγειονομικοί αποκτούν ένα διαχρονικό εργασιακό και ασφαλιστικό δικαίωμα που αναγνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπηρετούν το δημόσιο σύστημα υγείας. Από την άλλη, η αγορά εργασίας εισέρχεται σε ένα νέο πλαίσιο μισθολογικής διαφάνειας, όπου η αμοιβή συνδέεται με την εργασία και τα προσόντα κάθε εργαζομένου, ανεξάρτητα από το φύλο του, εναρμονίζοντας την ελληνική νομοθεσία με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις.