Η Φωτεινή Αραμπατζή αποδόμησε τις κατηγορίες στην Προανακριτική, καταγγέλλοντας προσπάθεια πολιτικής σπίλωσης και υπερασπιζόμενη το δικαίωμα των βουλευτών να στηρίζουν τους πολίτες.

Σε κλίμα έντονης πολιτικής και συναισθηματικής φόρτισης πραγματοποιήθηκε η συνεδρίαση για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής, με τη βουλευτή Σερρών της Νέας Δημοκρατίας, Φωτεινή Αραμπατζή, να προχωρά σε μια δυναμική αποδόμηση του σε βάρος της αφηγήματος.

Η κ. Αραμπατζή δεν ανέβηκε στο βήμα της Βουλής για να απολογηθεί, αλλά για να συγκρουστεί με μια στρατηγική που, όπως η ίδια υποστήριξε, βασίστηκε επί μήνες στη λάσπη και τη δημόσια ενοχοποίηση χωρίς αποδείξεις. Με μια επιθετική αλλά απολύτως δομημένη επιχειρηματολογία, παρουσίασε έγγραφα και συγκεκριμένα περιστατικά, επαναφέροντας διαρκώς το βασικό ερώτημα: «Πού είναι το αδίκημα;».

Η πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης ξεκαθάρισε ότι η όλη υπόθεση στερείται νομικής και ουσιαστικής βάσης, τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Επί 5 μήνες διασυρόμουν για ανύπαρκτη πράξη, για μηδενική ζημιά».

Η ίδια επέμεινε στο γεγονός ότι δεν υπήρξε ούτε ένα ευρώ παράνομης πληρωμής ή στοιχείο προσωπικού οφέλους, ανατρέποντας πλήρως την πίεση προς την αντιπολίτευση και επισημαίνοντας ότι «δεν στήνουμε προκαταρκτικές για να ψάξουμε αν υπάρχει αδίκημα».

Κατηγόρησε μάλιστα το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ ότι υποκινούνται από κίνητρα πολιτικής φθοράς και όχι από την αναζήτηση της αλήθειας.

Παράλληλα, η κ. Αραμπατζή ανέδειξε τον κίνδυνο εξόντωσης του κοινοβουλευτισμού. Υποστήριξε ότι αν η επικοινωνία ενός βουλευτή με τη διοίκηση για τα προβλήματα των πολιτών ποινικοποιείται, τότε ακυρώνεται ο ίδιος ο ρόλος του εκλεγμένου εκπροσώπου της περιφέρειας. Έθεσε έτσι έναν βαθύ προβληματισμό για το αν το εύλογο ενδιαφέρον για την αποτελεσματική και ανθρώπινη μεταχείριση των παραγωγών συνιστά ποινικό παράπτωμα.

Στο τέλος της συνεδρίασης, αρκετοί στη Βουλή είχαν την αίσθηση ότι η κ.Αραμπατζή όχι μόνο άντεξε την πίεση, αλλά βγήκε από την αίθουσα έχοντας ξαναπάρει το πολιτικό έδαφος που επί μήνες επιχειρήθηκε να της αφαιρεθεί.