Η κρίση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει τον ανεφοδιασμό και τις διαδρομές, οδηγώντας την ελληνική ναυτιλία σε προσαρμογές στη διαχείριση καυσίμων και δρομολογίων.

Η ελληνική ναυτιλία εισέρχεται σε ένα νέο επιχειρησιακό περιβάλλον που διαμορφώνεται από τις μεταβολές στις διεθνείς ροές ενέργειας και τις αναταράξεις που προκάλεσε η πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή, με τον ανεφοδιασμό καυσίμων και τη διαχείριση των δρομολογίων να επαναξιολογούνται σε βασικούς κόμβους της παγκόσμιας ναυτιλιακής αλυσίδας. Στελέχη της αγοράς αναφέρουν ότι οι συνθήκες στα μεγάλα κέντρα bunker, όπως η Σιγκαπούρη και η Φουτζάιρα, έχουν μεταβληθεί αισθητά, επηρεάζοντας τον επιχειρησιακό προγραμματισμό των πλοίων και επιβάλλοντας μεγαλύτερη ευελιξία στη λήψη αποφάσεων για τον ανεφοδιασμό και τις διαδρομές. Παράλληλα, παρατηρούνται αυξημένες απαιτήσεις στον συντονισμό πληρωμάτων και στην εξασφάλιση διαθεσιμότητας ποιοτικών καυσίμων, γεγονός που ενισχύει τον ρόλο της διαχείρισης στόλου ως κρίσιμου παράγοντα ανταγωνιστικότητας για τις ελληνόκτητες ναυτιλιακές εταιρείες.

Η αναταραχή που προκάλεσε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να επηρεάζει τη διεθνή ναυτιλία, ακόμη και μετά τη συμφωνία ειρήνης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Πλοία αναγκάζονται να διανύουν εκατοντάδες επιπλέον ναυτικά μίλια ή να παραμένουν ακινητοποιημένα για ημέρες προκειμένου να εξασφαλίσουν καύσιμα, καθώς οι ελλείψεις έχουν διαταράξει καθιερωμένες ενεργειακές αλυσίδες εφοδιασμού.

Οι ανησυχίες 

Η Σεμίραμις Παλιού, διευθύνουσα σύμβουλος της Diana Shipping, μίας από τις μεγαλύτερες εισηγμένες εταιρείες ξηρού φορτίου παγκοσμίως, δήλωσε στους Financial Times ότι η εταιρεία αναγκάστηκε τουλάχιστον δύο φορές τις τελευταίες εβδομάδες να εκτρέψει πλοία από την Ιαπωνία προς τη Νότια Κορέα προκειμένου να ανεφοδιαστούν. «Οι ναυλωτές μας δεν μπορούν πάντοτε να βρουν τις ποσότητες καυσίμων που χρειάζονται ή να τις προμηθευτούν στα λιμάνια όπου πρόκειται να καταπλεύσουν τα πλοία», ανέφερε.

Παρόμοια εικόνα περιέγραψε και ο Κώστας Δελαπόρτας, διευθύνων σύμβουλος της DryDel Shipping, καθώς στελέχη της ναυτιλιακής βιομηχανίας προειδοποιούν ότι οι αναταράξεις θα συνεχιστούν παρά τη συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι η συμφωνία θα διασφαλίσει την ασφαλή διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, ωστόσο οι επιπτώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα παραμένουν έντονες.

Η DryDel Shipping, με έδρα την Αθήνα, βλέπει τα πλοία της να περιμένουν από 10 έως 12 ημέρες για ανεφοδιασμό σε Σιγκαπούρη ή Φουτζάιρα — δύο από τα σημαντικότερα κέντρα ανεφοδιασμού ναυτιλιακών καυσίμων παγκοσμίως — όταν πριν από την κρίση ο χρόνος αναμονής κυμαινόταν μεταξύ δύο και τριών ημερών.

«Αναγκαστήκαμε να αλλάξουμε πορεία για να βρούμε λιμάνι ανεφοδιασμού. Από την ανατολική Ινδία κατευθυνθήκαμε στη Σιγκαπούρη, επειδή δεν ήμασταν βέβαιοι ότι θα βρίσκαμε επαρκείς ποσότητες καυσίμων», δήλωσε ο Δελαπόρτας στους Financial Times.

Ο ίδιος σημείωσε ότι πρόβλημα εμφανίζεται πλέον και στα λιπαντικά των μηχανών, καθώς ορισμένα πλοία παραλαμβάνουν μόλις το 60% των ποσοτήτων που έχουν παραγγείλει.

Αυξημένο κόστος σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα

Η αναζήτηση καυσίμων αποτυπώνει τις ευρύτερες αναταράξεις που προκάλεσε ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και στις θαλάσσιες μεταφορές.

Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα αισθητές στα πλοία μεταφοράς ξηρού φορτίου, τα οποία μεταφέρουν πρώτες ύλες όπως σιδηρομετάλλευμα και σιτηρά, βασικά αγαθά για την παγκόσμια οικονομία. Ενώ η κρίση εκτόξευσε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα τα ναύλα των δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν πετρέλαιο και προϊόντα διύλισης, για τους υπόλοιπους πλοιοκτήτες μεταφράστηκε κυρίως σε αύξηση του λειτουργικού κόστους.

Πέρα από τα καύσιμα, αυξημένες είναι και οι δαπάνες για αεροπορικά εισιτήρια, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά πληρωμάτων αντικατάστασης σε πλοία που επιχειρούν σε διάφορα σημεία του κόσμου.

Παρά τη συμφωνία που επιτεύχθηκε το Σαββατοκύριακο, τα στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι οι επιπτώσεις θα διαρκέσουν αρκετούς μήνες, καθώς τα πλοία αποχωρούν σταδιακά από τον Περσικό Κόλπο και οι εφοδιαστικές αλυσίδες επιχειρούν να επανέλθουν σε κανονικούς ρυθμούς.

Η Φουτζάιρα στο επίκεντρο της κρίσης

Πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, η Φουτζάιρα, στις ακτές του Κόλπου του Ομάν και κοντά στην έξοδο των Στενών του Ορμούζ, αποτελούσε το τρίτο μεγαλύτερο λιμάνι ανεφοδιασμού πλοίων στον κόσμο.

Σήμερα, σύμφωνα με τον οίκο τιμολόγησης Argus, αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε καύσιμο πολύ χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο (VLSFO), ένα από τα πιο διαδεδομένα ναυτιλιακά καύσιμα. Η σύγκρουση περιόρισε τόσο τις εισαγωγές πρώτων υλών όσο και τις προμήθειες από το διυλιστήριο Al-Zour του Κουβέιτ.

«Οι περισσότεροι μεγάλοι προμηθευτές ναυτιλιακών καυσίμων στη Φουτζάιρα αποσύρθηκαν πλήρως από την αγορά κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου», δήλωσε η Σίου Χούα Σι, επικεφαλής τιμολόγησης ναυτιλιακών καυσίμων της Argus.

Η τιμή των καυσίμων στη Φουτζάιρα εκτινάχθηκε στις 3 Ιουνίου στο ιστορικό υψηλό των 1.495 δολαρίων ανά τόνο, καταγράφοντας premium 714 δολαρίων σε σχέση με τη Σιγκαπούρη, το μεγαλύτερο λιμάνι ανεφοδιασμού παγκοσμίως.

Παρά τη σχετική αποκλιμάκωση των τιμών μετά τη συμφωνία ΗΠΑ και Ιράν, το κόστος καυσίμων στη Σιγκαπούρη εξακολουθεί να βρίσκεται περισσότερο από 40% υψηλότερα σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι.

Προβλήματα και στην ποιότητα των καυσίμων

Η Σεμίραμις Παλιού υπογράμμισε ότι η εκτίναξη των τιμών συνοδεύτηκε και από προβλήματα ποιότητας. «Ως συνέπεια των υψηλών τιμών, αντιμετωπίσαμε αρκετές περιπτώσεις όπου η ποιότητα των καυσίμων που παραδόθηκαν στα πλοία μας δεν ήταν η απαιτούμενη», ανέφερε.

Τα καύσιμα χαμηλής ποιότητας μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές βλάβες στις μηχανές των πλοίων. Για τον λόγο αυτό, τα πληρώματα πραγματοποιούν ελέγχους πριν από τη χρήση τους. Όταν διαπιστώνεται ότι δεν πληρούν τις προδιαγραφές, τα πλοία αναγκάζονται να τα απομακρύνουν στο πλησιέστερο λιμάνι και να προμηθευτούν νέα φορτία καλύτερης ποιότητας.

Σύμφωνα με τον Δελαπόρτα, τα πλοία της DryDel Shipping αναγκάζονται να απορρίπτουν ακατάλληλα καύσιμα «πολύ συχνά» τις τελευταίες εβδομάδες, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος και προκαλεί νέες καθυστερήσεις στις μεταφορές.