Οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν παραδοσιακά δημοψήφισμα για τον εν ενεργεία πρόεδρο.

Το κόμμα του χάνει σχεδόν πάντα έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες. Οι αναμετρήσεις τα τελευταία 20 χρόνια επιβεβαιώνουν τον κανόνα, ενώ οι δημοσκοπήσεις έδειξαν σωστά την κατεύθυνση της ψήφου αλλά συχνά υποεκτίμησαν ή υπερεκτίμησαν το μέγεθος του κύματος.

Το 2006, με τον Μπους στο περίπου 38% αποδοχής, οι Δημοκρατικοί κέρδισαν περίπου 30 έδρες στη Βουλή και τον έλεγχο και των δύο σωμάτων. Το 2010, με τον Ομπάμα γύρω στο 45%, οι Ρεπουμπλικανοί σημείωσαν ιστορικό κύμα (+63 έδρες στη Βουλή). Το 2014 ακολούθησε μικρότερη αλλά σταθερή Ρεπουμπλικανική νίκη. Το 2018, με τον Τραμπ περίπου στο 41%, οι Δημοκρατικοί κέρδισαν περίπου 40 έδρες στη Βουλή (οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ξεκάθαρο προβάδισμα, αλλά το μέγεθος ήταν μεγαλύτερο από το αναμενόμενο).

Το 2022, παρά τη χαμηλή αποδοχή του Μπάιντεν, οι Ρεπουμπλικανοί κέρδισαν μόνο περίπου 9 έδρες στη Βουλή και οι Δημοκρατικοί διατήρησαν τη Γερουσία.

Οι δημοσκοπήσεις και τα μοντέλα υπερεκτίμησαν το «κόκκινο κύμα», καθώς παράγοντες όπως οι υποψήφιοι και η προεκλογική κυριαρχία του θέματος των αμβλώσεων περιόρισαν τις απώλειες για τους Δημοκρατικούς. Σήμερα, περίπου τρεις εβδομάδες πριν τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026, οι Δημοκρατικοί προηγούνται καθαρά. Η αποδοχή του Τραμπ κινείται στο 35-38%, με καθαρό αρνητικό ποσοστό γύρω στο -22 έως -25, επίπεδα που ιστορικά συνδέονται με σημαντικές απώλειες για το κόμμα του προέδρου. 

Σήμερα, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν οριακή πλειοψηφία στη Βουλή (περίπου 218-214) και σαφέστερη στη Γερουσία (53-47). Στη Βουλή οι Δημοκρατικοί αναμένεται να ανακτήσουν τον έλεγχο με σχετική άνεση, κερδίζοντας πιθανότατα 15-25 έδρες, καθώς χρειάζονται μόνο λίγες για την πλειοψηφία και τα μοντέλα τους δίνουν πιθανότητες 80-97%. Στη Γερουσία η μάχη είναι πιο αμφίρροπη. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών για πλειοψηφία.

Κρίσιμες πολιτείες όπως Τέξας, Οχάιο, Μέιν, Αλάσκα και Αϊόβα παραμένουν μέσα στο όριο του στατιστικού λάθους, με τις αναμετρήσεις να γίνονται πιο αμφίρροπες όσο πλησιάζει η ημέρα των εκλογών. Τα μοντέλα δίνουν στους Δημοκρατικούς περίπου 55-75% πιθανότητα ελέγχου, με πιθανό αποτέλεσμα γύρω στις 51 έδρες ή ισοπαλία. Σε πιθανότητα ισοπαλίας ο αντιπρόεδρος έχει την τελευταία ψήφο, οπότε στην ουσία μένει η γερουσία στους Ρεπουμπλικάνους. 

Οι δημοσκοπήσεις λοιπόν μπορεί ιστορικά αποτυπώνουν σωστά τη γενική τάση αλλά συχνά αστοχούν στο μέγεθος, ειδικά σε κύματα ενάντια στον πρόεδρο. Με χαμηλή αποδοχή, ανησυχίες για την οικονομία/πληθωρισμό και το παραδοσιακό μοτίβο των ενδιάμεσων, το περιβάλλον ευνοεί τους Δημοκρατικούς, ιδιαίτερα στη Βουλή. Αλλαγές τις τελευταίες εβδομάδες μπορούν πάντα να αλλάξουν τα περιθώρια, ιδίως στη Γερουσία.