Η κ. Ράπτη ανακοινώνει την καθολική εφαρμογή του προγράμματος «Νταντάδες της Γειτονιάς», που στηρίζει εργαζόμενους γονείς.

Η φροντίδα ενός βρέφους τα πρώτα χρόνια της ζωής του είναι για πολλές οικογένειες μια καθημερινή πρόκληση, ιδιαίτερα όταν οι γονείς καλούνται να συνδυάσουν την εργασία με τις αυξημένες ανάγκες ενός μικρού παιδιού.

Σε αυτό ακριβώς το κενό φιλοδοξεί να απαντήσει το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς» του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, το οποίο περνά πλέον στη φάση της καθολικής εφαρμογής του, προσφέροντας οικονομική ενίσχυση και ένα οργανωμένο πλαίσιο φροντίδας για παιδιά έως δυόμισι ετών. Με το μέτρο αυτό επιχειρείται να δοθεί μια πρακτική λύση στην καθημερινότητα των εργαζόμενων γονιών, ενισχύοντας παράλληλα την απασχόληση στον τομέα της φροντίδας παιδιών. Στόχος της πρωτοβουλίας είναι η πραγματική ενίσχυση της οικογένειας και η ουσιαστική εναρμόνιση της επαγγελματικής με την οικογενειακή ζωή, μέσα από ένα σύστημα οργανωμένης και επιδοτούμενης φροντίδας για παιδιά πολύ μικρής ηλικίας.

Διπλός ο στόχος του προγράμματος «Νταντάδες της Γειτονιάς»

Η καθολική εφαρμογή του προγράμματος μπαίνει πλέον σε τροχιά υλοποίησης μετά την ολοκλήρωση της πιλοτικής φάσης, και η πλατφόρμα αιτήσεων για επιμελητές και επιμελήτριες αναμένεται να ανοίξει μέχρι τα τέλη Μαρτίου. Η υφυπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Έλενα Ράπτη επισημαίνει στο iefimerida ότι ο βασικός στόχος είναι διπλός. Aφενός να στηριχθούν οι εργαζόμενες μητέρες ώστε να μπορούν να παραμείνουν στην αγορά εργασίας και αφετέρου να δημιουργηθεί ένα οργανωμένο και ασφαλές δίκτυο φροντίδας για βρέφη και νήπια.

«Το πρόγραμμα 'Νταντάδες της Γειτονιάς' σχεδιάστηκε για να δώσει πραγματικές λύσεις στην καθημερινότητα των οικογενειών με πολύ μικρά παιδιά. Θέλουμε οι μητέρες να μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται γνωρίζοντας ότι το παιδί τους βρίσκεται σε ένα ασφαλές και αξιόπιστο περιβάλλον φροντίδας», τονίζει.

Το πρόγραμμα αφορά τη φροντίδα παιδιών ηλικίας από μόλις δύο μηνών έως και δυόμισι ετών, δίνοντας στους γονείς τη δυνατότητα να επιλέξουν αν η φύλαξη θα γίνεται μέσα στο οικογενειακό σπίτι ή στον χώρο του επιμελητή, πάντα κατόπιν συνεννόησης μεταξύ των δύο πλευρών. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να δημιουργηθεί ένα πιο ευέλικτο και προσαρμοσμένο στις ανάγκες κάθε οικογένειας σύστημα, το οποίο μπορεί να καλύψει τα κενά που συχνά αφήνουν οι δομές φύλαξης ή τα ωράρια εργασίας.

Η εφαρμογή του προγράμματος ξεκίνησε πιλοτικά σε 62 δήμους της χώρας, όπου ήδη έχουν υπογραφεί 925 συμφωνητικά συνεργασίας μεταξύ γονέων και επιμελητών.
Μετά την πρώτη αυτή φάση, η καθολική εφαρμογή του μέτρου ξεκινά τις επόμενες εβδομάδες  με στόχο να επεκταθεί σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό οικογενειών σε όλη τη χώρα.

«Η ανάγκη για στήριξη των γονέων σε αυτή τη φάση της ζωής του παιδιού είναι μεγάλη. Με το συγκεκριμένο πρόγραμμα επιδιώκουμε να ενισχύσουμε την ισορροπία ανάμεσα στην επαγγελματική και την οικογενειακή ζωή
», σημειώνει η κα. Ράπτη.

Οι μητέρες που επιθυμούν να ενταχθούν στο πρόγραμμα θα μπορούν να επιλέγουν τον επιμελητή ή την επιμελήτρια που επιθυμούν μέσα από ειδική πλατφόρμα, δίνοντας προτεραιότητα σε άτομα που βρίσκονται κοντά στην περιοχή τους ή ακόμη και σε συγγενείς τους, όπως γιαγιάδες και παππούδες. «Η επιλογή γίνεται από τις ίδιες τις μητέρες, με βασικό κριτήριο την εγγύτητα στη γειτονιά τους. Θέλουμε να δημιουργηθεί ένα δίκτυο φροντίδας που θα λειτουργεί μέσα στην κοινότητα, δίνοντας αίσθημα εμπιστοσύνης και ασφάλειας», εξηγεί η κα Ράπτη.

Ποιοι είναι οι δικαιούχοι του προγράμματος «Νταντάδες της Γειτονιάς»

Δικαιούχοι του προγράμματος είναι εργαζόμενες και εργαζόμενοι τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι. Στο πρόγραμμα μπορούν να συμμετάσχουν μητέρες – είτε φυσικές είτε θετές ή ανάδοχες – αλλά και άνεργες γυναίκες που είναι εγγεγραμμένες στη ΔΥΠΑ για διάστημα έως τριών μηνών. Παράλληλα, δικαίωμα συμμετοχής έχουν πατέρες που ασκούν αποκλειστικά τη γονική μέριμνα, είτε ως φυσικοί είτε ως θετοί ή ανάδοχοι γονείς, καθώς και κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η αποκλειστική επιμέλεια ενός παιδιού με δικαστική απόφαση.

Έτσι, 500 ευρώ το μήνα θα παίρνουν εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης
, ενώ διαμορφώνεται στα 300 ευρώ για εργαζόμενους μερικής απασχόλησης. Το ίδιο ποσό των 300 ευρώ προβλέπεται και για άνεργες μητέρες που είναι εγγεγραμμένες στη ΔΥΠΑ για χρονικό διάστημα έως τρεις μήνες. Η ενίσχυση δίνεται ανά παιδί, γεγονός που σημαίνει ότι σε περίπτωση διδύμων ή περισσότερων παιδιών καταβάλλεται αντίστοιχα πολλαπλάσιο ποσό.

«Η ενίσχυση είναι ουσιαστική και σχεδιάστηκε ώστε να καλύπτει ένα σημαντικό μέρος του κόστους φροντίδας
», υπογραμμίζει η υφυπουργός.

Ένας επιμελητής ή επιμελήτρια μπορεί να φροντίζει έως τρία παιδιά ταυτόχρονα, λαμβάνοντας μέχρι και 1.500 ευρώ τον μήνα συνολικά, ενώ υπάρχει πρόβλεψη ώστε μόνο ένα από τα παιδιά αυτά να είναι κάτω του ενός έτους. Η φροντίδα μπορεί να παρέχεται είτε στο σπίτι της οικογένειας είτε στον χώρο του επιμελητή, εφόσον πληροί τις απαραίτητες προδιαγραφές για την ασφάλεια των παιδιών.

Τα εισοδηματικά κριτήρια για την ένταξη στο πρόγραμμα

Υπάρχουν επίσης εισοδηματικά κριτήρια για την ένταξη στο πρόγραμμα. Για μητέρες με έως δύο παιδιά το ετήσιο ατομικό εισόδημα δεν πρέπει να ξεπερνά τις 24.000 ευρώ, ενώ για οικογένειες με τρία παιδιά το όριο ανέρχεται στις 27.000 ευρώ. Για όσες έχουν τέσσερα ή περισσότερα παιδιά δεν τίθεται κανένα εισοδηματικό κριτήριο.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον έλεγχο και την πιστοποίηση των επιμελητών που θα συμμετέχουν στο πρόγραμμα. «Σε αντίθεση με τις άτυπες λύσεις φύλαξης που συχνά επιλέγουν οι οικογένειες από ανάγκη, εδώ υπάρχει ένας σαφής μηχανισμός ελέγχου και πιστοποίησης. Αυτό διασφαλίζει ότι οι άνθρωποι που θα αναλάβουν τη φροντίδα των παιδιών έχουν τις βασικές γνώσεις και πληρούν όλες τις προϋποθέσεις», τονίζει η κα. Ράπτη.

Προϋποθέσεις για την ένταξη στο πρόγραμμα

Σημαντικό στοιχείο του προγράμματος είναι και η δημιουργία Μητρώου Επιμελητών, στο οποίο πρέπει να εγγραφούν όσοι επιθυμούν να παρέχουν υπηρεσίες φροντίδας παιδιών. Για την ένταξη απαιτούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις που διασφαλίζουν τόσο την επάρκεια όσο και την ασφάλεια των παιδιών. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να διαθέτουν τουλάχιστον απολυτήριο υποχρεωτικής εκπαίδευσης και να έχουν ολοκληρώσει ειδικό διαδικτυακό σεμινάριο, ενώ εναλλακτικά μπορούν να διαθέτουν πτυχίο βρεφονηπιοκόμου, βοηθού βρεφονηπιοκόμου ή άλλης συναφούς ειδικότητας.

Παράλληλα, απαιτείται πιστοποίηση πρώτων βοηθειών από αναγνωρισμένο φορέα, καθώς και πιστοποιητικό υγείας που εκδίδεται από ψυχίατρο, παθολόγο και δερματολόγο. Στα απαραίτητα δικαιολογητικά περιλαμβάνονται ακόμη ποινικό μητρώο γενικής χρήσης και πιστοποιητικό από την αρμόδια Εισαγγελία Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ότι δεν εκκρεμεί ποινική δίωξη, ενώ απαιτείται και πιστοποιητικό που να βεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν εκκρεμότητες σε ζητήματα προστασίας ανηλίκων.

«Θέλουμε να είναι απολύτως σαφές ότι η ασφάλεια των παιδιών είναι αδιαπραγμάτευτη. Γι’ αυτό και έχουμε θεσπίσει αυστηρά κριτήρια, ώστε οι οικογένειες να γνωρίζουν ότι οι άνθρωποι που θα επιλέξουν έχουν ελεγχθεί και διαθέτουν τις απαραίτητες δεξιότητες», τονίζει η υφυπουργός.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δυνατότητα να αναλάβουν τον ρόλο του επιμελητή ακόμη και συγγενικά πρόσωπα της οικογένειας. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, επιμελητής ή επιμελήτρια μπορεί να γίνει ακόμη και ο παππούς ή η γιαγιά του παιδιού, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται στην πράξη ο ρόλος που συχνά διαδραματίζουν οι παππούδες και οι γιαγιάδες στη φροντίδα των παιδιών, δίνοντάς τους παράλληλα τη δυνατότητα να ενταχθούν θεσμικά στο σύστημα.

Το πρόγραμμα χρηματοδοτείται με 54 εκατομμύρια ευρώ από πόρους του ΕΣΠΑ και αναμένεται να καλύψει έως και 4.500 συμφωνητικά φροντίδας παιδιών, με δυνατότητα να εξυπηρετηθούν ακόμη περισσότερες οικογένειες σε περιπτώσεις όπου η διάρκεια της φροντίδας είναι μικρότερη.

Ένα βήμα προς μια κοινωνία που στέκεται δίπλα στους γονείς

«Πρόκειται για μια σημαντική κοινωνική παρέμβαση. Στηρίζουμε τις οικογένειες, ενισχύουμε την απασχόληση και δημιουργούμε ένα οργανωμένο πλαίσιο φροντίδας για τα πολύ μικρά παιδιά. Είναι ένα βήμα προς μια κοινωνία που στέκεται ουσιαστικά δίπλα στους γονείς», επισημαίνει η κα Ράπτη

Με την καθολική εφαρμογή του προγράμματος να ξεκινά μέσα στον Απρίλιο
μιας και οι αιτήσεις αναμένεται να ξεκινήσουν στα τέλη Μαρτίου, το «Νταντάδες της Γειτονιάς» φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα νέο εργαλείο κοινωνικής πολιτικής που θα βοηθήσει χιλιάδες οικογένειες να ισορροπήσουν ανάμεσα στις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις και την ανατροφή των παιδιών τους, σε μια περίοδο όπου η καθημερινότητα των εργαζόμενων γονιών γίνεται ολοένα και πιο απαιτητική.