Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά τη δράση της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη».
Δολοφονίες, αίμα, οικογένειες που δεν ξαναβρήκαν ποτέ την κανονικότητά τους. Και όμως, δεκαετίες μετά, κάποιοι επιλέγουν να παίζουν με αυτήν τη μνήμη σαν να πρόκειται για επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς.
Ο Έκτορας Κουφοντίνας, γιος του καταδικασμένου σε έντεκα φορές ισόβια για τη δράση του στη «17Ν», Δημήτρη Κουφοντίνα, προχώρησε σε μια ανάρτηση που προκάλεσε δικαιολογημένη αγανάκτηση. Με φωτογραφία από το σαλόνι του, πίτσα και μπίρα στο τραπέζι, παρακολουθεί το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ για τη «17Ν» του Αλέξη Παπαχελά, και καλεί τους ακολούθους του να κάνουν το ίδιο.
Σαν να πρόκειται για πρεμιέρα κωμικής σειράς. Σαν να μη μιλάμε για μια σκοτεινή περίοδο πολιτικών δολοφονιών που τραυμάτισε βαθιά τη χώρα.
Αν η ανάρτηση προκάλεσε απορία σε πολλούς, στους συγγενείς των θυμάτων προκάλεσε οργή. Άνθρωποι που έζησαν τη βία όχι ως ιδεολογική συζήτηση αλλά ως προσωπικό εφιάλτη, βλέπουν σήμερα να μετατρέπεται η τραγωδία τους σε θέαμα με συνοδευτικά σνακ.
Οι ίδιοι είχαν αρνηθεί εξαρχής να συμμετάσχουν στο ντοκιμαντέρ, διαφωνώντας με την επιλογή να συμπεριληφθεί συνέντευξη του Δημήτρη Κουφοντίνα. Είχαν προειδοποιήσει ότι μια τέτοια παρουσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βήμα διάδοσης μιας αμετανόητης ρητορικής μίσους. Δεν μίλησαν από εμπάθεια. Μίλησαν από πείρα. Από τον πόνο που δεν σβήνει.
Και τώρα βλέπουν τον γιο του ανθρώπου που στέρησε ζωές να διαφημίζει τη συνέντευξη, ενημερώνοντας μάλιστα με ύφος σχεδόν τηλεοπτικού παραγωγού ότι «η συνέντευξη είναι συνολικής διάρκειας μίας ώρας, αλλά δεν είναι γνωστό πώς θα μπει σκηνοθετικά».
Πρόκειται για φράση που θα ταίριαζε σε παρουσίαση καλλιτεχνικού πρότζεκτ, όχι σε υπόθεση τρομοκρατίας.
Ο αμετανόητος «Λουκάς»
Ο Δημήτρης Κουφοντίνας, γνωστός και ως «Λουκάς», δεν υπήρξε απλός υποστηρικτής μιας οργάνωσης. Υπήρξε κεντρικό πρόσωπο της εκτελεστικής της δράσης. Καταδικάστηκε για σειρά δολοφονιών που σημάδεψαν τη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Δεν ζήτησε συγγνώμη. Δεν αποκήρυξε τη δράση του. Παρέμεινε ιδεολογικά συνεπής στη δική του οπτική.
Σε μια δημοκρατία ακόμη και ο χειρότερος εγκληματίας έχει δικαιώματα. Εχει δικαίωμα να εκτίσει την ποινή του με βάση τον νόμο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κοινωνία οφείλει να αντιμετωπίζει τη δημόσια παρουσία του ως πολιτιστικό γεγονός.
Όταν η εικόνα του συνοδεύεται από πίτσες και μπίρες, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ξεκάθαρο: Κανονικοποίηση, εξοικείωση. Μια ελαφρότητα που αγγίζει τα όρια της περιφρόνησης προς τα θύματα.
Η ανάρτηση του Έκτορα Κουφοντίνα ήρθε σε μια ήδη τεταμένη συγκυρία. Η προβολή του ντοκιμαντέρ έχει προκαλέσει αντιδράσεις, ακριβώς λόγω της επιλογής να δοθεί βήμα στον καταδικασμένο τρομοκράτη. Η στάση των συγγενών ήταν σαφής. Δεν επιθυμούν να γίνουν μέρος μιας αφήγησης που, κατά τη δική τους εκτίμηση, ενδέχεται να θολώσει τα όρια ανάμεσα στην καταγραφή και την έμμεση δικαιολόγηση.
Και ενώ η συζήτηση θα μπορούσε να κινηθεί σε επίπεδο σοβαρού δημόσιου διαλόγου για τα όρια της δημοσιογραφικής έρευνας, η εικόνα με το χαλαρό βραδινό θέασης ρίχνει λάδι στη φωτιά.
Δεν είναι ζήτημα λογοκρισίας. Είναι ζήτημα σεβασμού. Η τρομοκρατία δεν είναι pop culture. Δεν είναι υλικό για χαλαρό σχολιασμό με emojis και προσκλήσεις τύπου «βάλτε πίτσες και μπίρες».
Η Ελλάδα ξεπέρασε εκείνη την περίοδο με κόπο, με θεσμική ωριμότητα και με αποφασιστικότητα της Δικαιοσύνης. Το ελάχιστο που οφείλουμε στα θύματα είναι να μη μετατρέπουμε το παρελθόν τους σε σκηνικό ελαφριάς μιντιακής κατανάλωσης.
Γιατί όταν η μνήμη γίνεται θέαμα, το τραύμα επιστρέφει. Και αυτή τη φορά δεν χρειάζονται όπλα. Αρκεί ένα τηλεχειριστήριο και ένα κομμάτι πίτσα.


