Νέα δεδομένα δημιουργεί για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα η αναζωπύρωση των συγκρούσεων γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.
Η ένταση έχει ήδη επηρεάσει τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΤ καλείται στις 22 Ιουλίου να πάρει την επόμενη απόφασή της για τη νομισματική πολιτική. Το βασικό ερώτημα είναι εάν θα διατηρήσει τα επιτόκια στα σημερινά επίπεδα ή αν οι εξελίξεις στην ενέργεια θα οδηγήσουν σε νέα αύξηση.
Η εικόνα παραμένει σύνθετη. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους μπορεί να τροφοδοτήσει ξανά τον πληθωρισμό. Την ίδια στιγμή, όμως, μια νέα αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την οικονομία της ευρωζώνης.
Ο πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ, Γιόαχιμ Νάγκελ, ο οποίος συμμετέχει στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, περιέγραψε με σαφήνεια το κλίμα αβεβαιότητας.
«Το ανανεωμένο ξέσπασμα στρατιωτικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και η νέα άνοδος των τιμών του πετρελαίου υπογραμμίζουν ότι η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ασταθής και η αβεβαιότητα είναι εξίσου υψηλή», δήλωσε στο Reuters την Τετάρτη (15/7).
«Εξακολουθεί να είναι σκόπιμο να αντιδράσουμε με προσοχή, αλλά να δράσουμε αποφασιστικά εάν χρειαστεί», είπε. «Η νομισματική πολιτική θα διατηρήσει την επαγρύπνησή της».
Ο Γιόαχιμ Νάγκελ σημείωσε ακόμη ότι το τελευταίο διάστημα υπήρξαν τόσο θετικά όσο και αρνητικά μηνύματα στο γεωπολιτικό πεδίο. Στο επίκεντρο βρίσκεται η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα γύρω από τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Η πορεία των επιτοκίων έχει ήδη περάσει από διαφορετικές φάσεις. Η ΕΚΤ προχώρησε σε τέσσερις μειώσεις κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, με το επιτόκιο καταθέσεων να υποχωρεί από το 3% στην αρχή της χρονιάς στο 2% έως τα μέσα Ιουνίου.
Τον Ιούνιο του 2026, ωστόσο, άλλαξε κατεύθυνση. Αποφάσισε αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, ανεβάζοντας το επιτόκιο στο 2,25%.
Ο πληθωρισμός στο επίκεντρο των αποφάσεων
Καθοριστικός παράγοντας για τα επόμενα βήματα της ΕΚΤ παραμένει η πορεία του πληθωρισμού.
Στις αυξημένες πιθανότητες μιας ακόμη ανόδου των επιτοκίων, μετά τη νέα ένταση στη Μέση Ανατολή, αναφέρεται και το οικονομικό δελτίο για τον πληθωρισμό της Τράπεζας της Ελλάδος.
Πριν από το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν, ο γενικός πληθωρισμός βρισκόταν κοντά στον στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ. Στη συνέχεια επιταχύνθηκε και έφτασε στο 3,2% τον Μάιο.
Οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν υποχώρηση στο 2,8% τον περασμένο μήνα. Η εξέλιξη αυτή καταγράφηκε παρά την ετήσια αύξηση κατά 8,7% του ενεργειακού κόστους.
Την ίδια περίοδο, ο δομικός πληθωρισμός περιορίστηκε στο 2,4%. Το στοιχείο αυτό δείχνει, προς το παρόν, ότι οι αυξήσεις στην ενέργεια δεν έχουν περάσει σε μεγάλη έκταση στην υπόλοιπη οικονομία μέσω δευτερογενών ανατιμήσεων. Το σκηνικό, ωστόσο, παραμένει ρευστό.
Οι ενεργειακές τιμές κινήθηκαν εκ νέου ανοδικά αυτή την εβδομάδα. Οι συνεχόμενες ημέρες συγκρούσεων μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν, με φόντο τον έλεγχο του στρατηγικής σημασίας Στενού του Ορμούζ, ενίσχυσαν τις ανησυχίες για την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την ευρωζώνη. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, η περιοχή κάλυψε μέσω εισαγωγών το 57% των ενεργειακών αναγκών της το 2024.
Αυτό σημαίνει ότι μια παρατεταμένη άνοδος του πετρελαίου μπορεί να μεταφερθεί γρήγορα στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές και τελικά στις τιμές που πληρώνουν επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Η ΕΚΤ, όμως, βρίσκεται μπροστά σε ένα δεύτερο πρόβλημα. Μια υπερβολικά αυστηρή πολιτική επιτοκίων μπορεί να πιέσει ακόμη περισσότερο την οικονομική δραστηριότητα.
Η οικονομία της ευρωζώνης συρρικνώθηκε κατά 0,2% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026. Έτσι, μια νέα αύξηση του κόστους δανεισμού ενέχει τον κίνδυνο να ενισχύσει τις υφεσιακές πιέσεις.
Η κορύφωση του πληθωρισμού μπορεί να μην έχει φανεί ακόμη
Η συνεδρίαση της 22ας Ιουλίου έχει και μια πρόσθετη δυσκολία. Οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ θα πρέπει να αποφασίσουν χωρίς να έχουν στα χέρια τους δύο κρίσιμα σύνολα νέων στοιχείων.
Οι πρώτες εκτιμήσεις για την ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά το δεύτερο τρίμηνο αναμένονται στις 30 Ιουλίου, ενώ τα στοιχεία για τον πληθωρισμό του Ιουλίου θα δημοσιοποιηθούν μία ημέρα αργότερα, στις 31 Ιουλίου.
Η απόφαση για τα επιτόκια θα προηγηθεί, επομένως, της δημοσιοποίησης των δεδομένων που θα μπορούσαν να δώσουν καθαρότερη εικόνα για την πορεία της οικονομίας και των τιμών.
Οι αναλυτές επιτοκίων της ING, Μίχιελ Τούκερ και Μπέντζαμιν Σρέντερ, επισήμαναν ότι τα στοιχεία για τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη «θα είναι καθοριστικά στην αμφισβήτηση της επιθετικής τοποθέτησης της αγοράς», αλλά «ακόμα και τότε, αυτοί οι αριθμοί δεν θα είναι αρκετοί για να καθησυχάσουν τις αγορές σχετικά με τους δευτερογενείς κινδύνους», σύμφωνα με το CNBC.
«Όλη αυτή η αβεβαιότητα σημαίνει ότι η τιμολόγηση των αγορών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να συνεχίσει να αποκλίνει από αυτήν της Fed», ανέφεραν.
«Η δυναμική του πληθωρισμού στις ΗΠΑ θα πρέπει να είναι καθοδική, ενώ για την Ευρώπη η κορύφωση μπορεί να μην είναι ακόμη ορατή, ειδικά εάν οι τιμές της ενέργειας συνεχίσουν να κινούνται ξανά υψηλότερα».
Η ΕΚΤ βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια λεπτή ισορροπία. Από τη μία, πρέπει να αποτρέψει μια νέα έξαρση του πληθωρισμού λόγω της ενέργειας. Από την άλλη, δεν μπορεί να αγνοήσει την αδύναμη οικονομική εικόνα της ευρωζώνης.
Με τα νεότερα στοιχεία για ανάπτυξη και πληθωρισμό να έρχονται μετά τη συνεδρίαση, η αβεβαιότητα ενισχύει το σενάριο μιας πιο προσεκτικής στάσης στις 22 Ιουλίου. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η πορεία του πετρελαίου, πάντως, μπορούν να αλλάξουν ξανά τα δεδομένα.