Στον εισαγγελέα αναμένεται να οδηγηθεί σήμερα η 46χρονη κατηγορούμενη για την υπόθεση της Marfin, προκειμένου να εκτελεστεί το διεθνές ένταλμα σύλληψης, ενώ στη συνέχεια θα απολογηθεί ενώπιον του ανακριτή.
Χθες, συνοδευόμενη από Κλιμάκιο της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, βρέθηκε στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, όπου και ολοκληρώθηκαν οι απαραίτητες διαδικασίες για την έκδοσή της. Η ίδια, όταν έμαθε ότι την αναζητούν οι αρμόδιες ελληνικές δικαστικές και αστυνομικές αρχές, δήλωσε ότι προτίθεται να έρθει στην Ελλάδα. Ωστόσο, στις 13 Ιουλίου και μετά την ενεργοποίηση ερυθράς αγγελίας της Interpol, συνελήφθη στο αεροδρόμιο Γκάτγουικ, όπου εργαζόταν.
Μία μέρα αργότερα, κατά την εμφάνισή της στο δικαστήριο του Westminster στο Λονδίνο, είχε δηλώσει κατηγορηματικά ότι συναινεί στην έκδοσή της, παραιτούμενη από τα ένδικα μέσα που προέβλεπε το βρετανικό δίκαιο και υπέγραψε δεσμευτική επιστολή ότι δεν θα ανακαλέσει την απόφασή της. Εκτοτε και μέχρι χθες, παρέμεινε υπό κράτηση στη Μεγάλη Βρετανία.
«Κάψτε τους!»
Η 46χρονη, που είναι γνωστή στην υπόθεση της Marfin ως η γυναίκα με την «ξανθιά πλεξούδα», αφού με αυτό το χαρακτηρισμό αναφέρεται σε έκθεση των Αρχών, εμφανίζεται σε φωτογραφικό υλικό δίπλα στον «Ψηλό» και στον άγνωστο δράστη με τον αριθμό 9, τη στιγμή που εκείνος εκτοξεύει μολότοφ στο εσωτερικό του κτηρίου της τράπεζας.
Στο πλαίσιο της έρευνας, η 46χρονη είχε ταυτοποιηθεί ως ο «αριθμός 7» ανάμεσα στους 12 υπόπτους που είχαν καταγραφεί. Οι αριθμοί 8 και 10 αποδόθηκαν στους δύο ήδη συλληφθέντες, τον «Ψηλό» και τον «Εναερίτη», ενώ οι δράστες που αντιστοιχούν στους αριθμούς 9 και 12, οι οποίοι φέρονται να πέταξαν μολότοφ και εύφλεκτο υγρό στο εσωτερικό της τράπεζας, παραμένουν μέχρι σήμερα ασύλληπτοι καθώς δεν ήταν δυνατή η ταυτοποίησή τους.
Η αναγνώριση της 46χρονης στηρίχθηκε στη σύγκριση των εικόνων που είχε στη διάθεσή της η αστυνομία από την ημέρα της επίθεσης με φωτογραφίες και αριθμούς από μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε συνδυασμό με ένα αποκαλυπτικό mail που εστάλη στις αρμόδιες εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές. Σύμφωνα με την έκθεση, υπάρχουν ομοιότητες ως προς τον σωματότυπο, ενώ μέσω της τεχνολογίας κατάφεραν να βγουν, όπως αναφέρεται, οι κουκούλες και να αποκαλυφθούν τα χαρακτηριστικά των προσώπων.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η 46χρονη ήταν μία από τις δύο γυναίκες που φέρονται να συμμετείχαν στην πενταμελή ομάδα των δραστών της φονικής επίθεσης και πως, βάσει μαρτυριών εργαζομένων της τράπεζας, κατά τη διάρκεια της επίθεσης φώναζε προς τους συνεργούς της τη φράση: «Κάψτε τους». Συγκεκριμένα αυτόπτες μάρτυρες φέρονται να αναγνώρισαν, πέρα από τους δύο κατηγορούμενους που έχουν ήδη ταυτοποιηθεί ως «Ψηλός» και «Εναερίτης», και τη 46χρονη ως το πρόσωπο που αντιστοιχεί στον αριθμό 7, που μαζί με τρεις άνδρες και ακόμα μία γυναίκα έσπασαν τις τζαμαρίες και προκάλεσαν τον εμπρησμό, ενώ η ίδια φώναζε την επίμαχη φράση.
Δηλώνει αθώα
Ωστόσο, η κατηγορουμένη αρνείται κάθε εμπλοκή στον εμπρησμό του Μαΐου του 2010, που είχε αποτέλεσμα τον θάνατο τριών εργαζομένων –μεταξύ των οποίων και μίας εγκύου– και μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Κώστα Παπαδάκη, δηλώνει αθώα, ενώ υπογραμμίζει πως η άμεση συναίνεσή της στην έκδοση αποδεικνύει ότι δεν επιδίωξε καμία καθυστέρηση στη διαδικασία.
Σε ό,τι αφορά τους δύο συγκατηγορούμενού της, μετά τις απολογίες τους κρίθηκε ότι η βαρύτητα της κατηγορίας για ανθρωποκτονία από πρόθεση, ο διακριτός ρόλος τους και η περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής καθιστούν αναγκαία την κράτησή τους για την πρόληψη νέων αδικημάτων. Στη συνέχεια, ο ένας οδηγήθηκε στις φυλακές Ναυπλίου και ο άλλος στις φυλακές Μαλανδρίνου.