Το κόστος ζωής, η στεγαστική κρίση και η πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες τροφοδοτούν ένα νέο κύμα διαδηλώσεων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες έχουν βγει στους δρόμους σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία και Αλβανία, με διαφορετικές αφορμές αλλά κοινό υπόβαθρο τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης, την ακρίβεια στην ενέργεια και τα καύσιμα, το στεγαστικό και τη δυσαρέσκεια για την κατάσταση σχολείων και πανεπιστημίων, σύμφωνα με ανάλυση του CNBC.

Από τη Γαλλία έως την Αλβανία

Η Γαλλία κατέγραψε τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις του Σαββατοκύριακου, με περισσότερους από 500.000 ανθρώπους να συμμετέχουν στις πορείες. Η πλειονότητα διαδήλωσε ειρηνικά, ωστόσο σημειώθηκαν και σοβαρά επεισόδια, με λεηλασίες και βανδαλισμούς καταστημάτων, εμπρησμούς δημαρχείων και επιθέσεις κατά αστυνομικών.

Ξεχωριστές κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν το Σάββατο και την Κυριακή σε Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία και Αλβανία. Οι αιτίες διέφεραν ανά χώρα, αλλά το αυξημένο κόστος ενέργειας και καυσίμων αποτελεί κοινό παράγοντα, καθώς οι πόλεμοι στο Ιράν και την Ουκρανία έχουν οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της τιμής του ντίζελ στην Ευρώπη.

Ο Άντριου Κένινχαμ, επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη στην Capital Economics, σημείωσε ότι «δεν υπάρχει μία και μοναδική αιτία που να εξηγεί τα επεισόδια βίας». Όπως επισήμανε, το ενεργειακό κόστος διαδραματίζει ρόλο, αν και η σημερινή αύξησή του είναι μικρότερη από εκείνη του 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όταν δεν είχαν σημειωθεί ανάλογης έκτασης βίαιες κινητοποιήσεις.

Στέγαση, παιδεία και δημόσιες υπηρεσίες

Στη Γαλλία, οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν τον προηγούμενο μήνα από μαθητές λυκείου που κατήγγειλαν κακές εκπαιδευτικές υποδομές και ελλείψεις καθηγητών. Σταδιακά εξελίχθηκαν σε ευρύτερη διαμαρτυρία για το βιοτικό επίπεδο και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών.

Στην Ισπανία, το στεγαστικό βρέθηκε στο επίκεντρο από τον Σεπτέμβριο, μετά την έξωση της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, η οποία έχασε το σπίτι της έπειτα από αύξηση του ενοικίου κατά 230% από επενδυτικό ταμείο και πέθανε δύο εβδομάδες αργότερα.

Χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν και στην Πορτογαλία κατά της εκτόξευσης των τιμών των κατοικιών και του κόστους ζωής. Η υπουργός Επικρατείας και Οικονομικών Μιράντα Σαρμέντο δήλωσε ότι η δυσαρέσκεια συνδέεται με τις τιμές των καυσίμων, αλλά ακόμη περισσότερο με τη στέγαση, το κόστος της οποίας αυξάνεται έντονα σε ολόκληρη την Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Πορτογαλία.

Στην Αλβανία, οι κινητοποιήσεις επικεντρώθηκαν στις κακές συνθήκες στα πανεπιστήμια και στα υψηλά δίδακτρα, με διαδηλωτές να ζητούν την παραίτηση του πρωθυπουργού Έντι Ράμα. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, ορισμένοι πέταξαν μολότοφ και άλλα αντικείμενα προς την αστυνομία και έβαλαν φωτιά σε αυτοκίνητα και κάδους.

Στο Μιλάνο, διαδήλωση για το κόστος ζωής κατέληξε επίσης σε συγκρούσεις, με διαδηλωτές να επιτίθενται στις αστυνομικές δυνάμεις με πέτρες και να πυρπολούν οδοφράγματα.

«Οι πολιτικοί δεν μπορούν να προσφέρουν ελπίδα»

Ο Κένινχαμ εκτιμά ότι πίσω από τη δυσαρέσκεια βρίσκεται ένα βαθύτερο οικονομικό πρόβλημα. «Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι πολιτικοί δεν είναι σε θέση να προσφέρουν ελπίδα για μια καλύτερη ζωή σε πολλούς Ευρωπαίους», δήλωσε.

Όπως εξήγησε, οι οικονομίες αναπτύσσονται με αργούς ρυθμούς, ενώ τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους αφήνουν στις κυβερνήσεις περιορισμένα περιθώρια είτε να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες είτε να μειώσουν τη φορολογία.

Η κοινή πρόκληση για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι επομένως να βελτιώσουν το επίπεδο ζωής και τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, διατηρώντας παράλληλα υπό έλεγχο τα ήδη πιεσμένα δημόσια οικονομικά.

Γαλλία: «Καταιγίδα που έγινε τυφώνας»

Ο καθηγητής Ντάγκλας Γέιτς του American Graduate School στο Παρίσι απέδωσε ειδικά τη γαλλική ένταση σε έναν συνδυασμό παραγόντων. «Ήταν μια καταιγίδα που εξελίχθηκε σε τυφώνα», είπε, αναφέροντας τον πληθωρισμό και τη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής.

Στην εξίσωση τοποθέτησε και τις προεδρικές εκλογές του 2027, καθώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιχειρούν, κατά την εκτίμησή του, να αξιοποιήσουν την πτώση της δημοτικότητας του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν.

Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει προτείνει προϋπολογισμό για το 2027 με στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο προβλέπεται να φτάσει το 5,4% του ΑΕΠ φέτος. Μεταξύ των μέτρων περιλαμβάνονται πάγωμα της μισθολογικής αναπροσαρμογής των δημοσίων υπαλλήλων και αυστηρότεροι όροι αποζημίωσης των αναρρωτικών αδειών.

Ο Γέιτς πρόσθεσε ως τρίτο παράγοντα τους φοιτητές, οι οποίοι ξεκίνησαν ζητώντας καλύτερες πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις, επισκευές και βελτίωση των συνθηκών στις αίθουσες διδασκαλίας. Κατά την περιγραφή του, η σύμπτωση αυτών των τριών δυνάμεων δημιούργησε έναν «ανεξέλεγκτο κυκλώνα».

Ανεργία, πληθωρισμός και απώλεια αγοραστικής δύναμης

Το οικονομικό περιβάλλον στη Γαλλία έχει επιδεινωθεί αισθητά. Το δεύτερο τρίμηνο του 2026, η ανεργία αυξήθηκε στο 8,3%, αντιστοιχώντας σε 2,7 εκατομμύρια άτομα, σύμφωνα με την INSEE.

Στις ηλικίες 15 έως 24 ετών, το ποσοστό ανεργίας ανήλθε στο 21,6%.

Ο ετήσιος πληθωρισμός έφτασε τον Σεπτέμβριο στο 3,1%, από 2,4% τον Αύγουστο, ενώ οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν κατά 21,3%.

Η αγοραστική δύναμη ανά μονάδα κατανάλωσης προβλέπεται να μειωθεί κατά 0,7% μέσα στο 2026. Υπολογισμοί του Γαλλικού Ινστιτούτου Οικονομικών που δημοσιεύθηκαν από τη Le Monde εκτιμούν ότι η υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης από το 2024 αντιστοιχεί σε απώλεια περίπου 1.200 ευρώ ετησίως για ένα νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά και περίπου 600 ευρώ για έναν ενήλικα που ζει μόνος.

Η στεγαστική κρίση στην Πορτογαλία

Η Πορτογαλία βρίσκεται σε καλύτερη δημοσιονομική θέση από τη Γαλλία και διαθέτει μικρότερο δημόσιο χρέος, σύμφωνα με τη Μιράντα Σαρμέντο. Η ίδια τόνισε όμως ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας.

«Η ευρωπαϊκή οικονομία δεν αναπτύσσεται τόσο όσο η αμερικανική», είπε, υπογραμμίζοντας ότι χωρίς ισχυρότερη ανάπτυξη περιορίζονται οι δυνατότητες για υψηλότερους μισθούς, καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες και ενισχυμένη κοινωνική στήριξη.

Σύμφωνα με τη Eurostat, η Πορτογαλία κατέγραψε το δεύτερο τρίμηνο του 2026 τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο στις τιμές κατοικιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αύξηση 16,5%. Η πορτογαλική κυβέρνηση επιδιώκει να αυξήσει την προσφορά κατοικιών, ώστε να περιοριστεί το κόστος αγοράς και ενοικίασης.

Φόβοι για τα γαλλικά δημόσια οικονομικά

Οι κοινωνικές αναταραχές έχουν αρχίσει να επηρεάζουν και τις αγορές. Οι αποδόσεις των γαλλικών κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν, ενώ το ευρώ αποδυναμώθηκε, καθώς ενισχύθηκαν οι ανησυχίες των επενδυτών για το χρέος και τον προϋπολογισμό της χώρας.

Η Σάρον Μπελ, ανώτερη αναλύτρια ευρωπαϊκών μετοχών της Goldman Sachs, επισήμανε ότι η μείωση του ελλείμματος θα απαιτήσει δύσκολες αποφάσεις. Όπως είπε, η δημοσιονομική εξυγίανση συνεπάγεται είτε περικοπές δαπανών είτε αυξήσεις φόρων, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο μεγαλύτερης φορολογικής επιβάρυνσης για τις γαλλικές επιχειρήσεις και ευρύτερα για την οικονομία.

Ακόμη πιο έντονη ήταν η προειδοποίηση του Μάικ Μπελ, επικεφαλής στρατηγικής αγοράς στην RBC BlueBay Asset Management, ο οποίος έκανε λόγο για «πολύ πραγματικό κίνδυνο» κρίσης χρέους στη Γαλλία.

Κατά την άποψή του, το Παρίσι πρέπει να αποκαταστήσει την ισορροπία των δημόσιων οικονομικών και να αυξήσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης, υποστηρίζοντας ότι η συνταξιοδότηση στα 62 δεν μπορεί να διατηρηθεί όταν το μέσο προσδόκιμο ζωής φθάνει τα 84 έτη. Ωστόσο, αναγνώρισε ότι μια τέτοια συζήτηση θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερες αντιδράσεις στους δρόμους, σημειώνοντας συγκριτικά ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο το όριο φθάνει τα 68 έτη.