Από τον Ελευθέριο Βενιζέλο του 1930 που σφράγισε το Σύμφωνο Φιλίας με τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, μέχρι τον Κωνσταντίνο Καραμανλή του 1959 μετά τις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου και τον Κώστα Καραμανλή του 2008, οι επισκέψεις Ελλήνων πρωθυπουργών στην Τουρκία δεν υπήρξαν ποτέ απλές εθιμοτυπικές κινήσεις.

Υπήρξαν πολιτικές πράξεις υψηλού συμβολισμού, σε περιόδους είτε προσέγγισης είτε έντασης. Το ίδιο ισχύει και σήμερα, με την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα για το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας.

Η κριτική από υπερπατριωτικούς κύκλους ότι «δεν έπρεπε να γίνει» η συνάντηση αγνοεί μια σταθερά της ελληνικής διπλωματίας: ο διάλογος δεν είναι παραχώρηση, αλλά εργαλείο. Ιδίως όταν συνοδεύεται από ισχύ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι μεταξύ των επικριτών συγκαταλέγονται και πρώην πρωθυπουργοί, οι οποίοι στο παρελθόν πραγματοποίησαν οι ίδιοι επισκέψεις στην Τουρκία, σε συνθήκες μάλιστα δυσμενέστερες.

Το 2008, με ανοιχτά ζητήματα στο Αιγαίο και το Κυπριακό σε εκκρεμότητα, πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίσημη επίσκεψη μετά από 49 χρόνια, σε περιβάλλον αμοιβαίας καχυποψίας. Το 2013, εν μέσω βαθιάς οικονομικής κρίσης, με τη χώρα δημοσιονομικά αποδυναμωμένη και με περιορισμένες αμυντικές δυνατότητες λόγω περικοπών, έλαβε χώρα το 2ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας με την παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού και συνοδεία 11 κορυφαίων υπουργών. Τότε ο διάλογος θεωρήθηκε αναγκαίος, παρά τις αντικειμενικές αδυναμίες. Σήμερα γιατί παρουσιάζεται ως επικίνδυνος;

Η σημερινή συγκυρία είναι ποιοτικά διαφορετική. Ίσως για πρώτη φορά Έλληνας πρωθυπουργός μεταβαίνει στην Άγκυρα με τόσο ισχυρό διπλωματικό και αμυντικό φορτίο.

Οι στρατηγικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ και ιδίως η ελληνογαλλική συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής –μια συμφωνία που επί δεκαετίες αποτελούσε εθνικό στόχο- έχουν αναβαθμίσει κατακόρυφα τη γεωπολιτική θέση της χώρας. Παράλληλα, η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με τα Rafale, τα αναβαθμισμένα F-16 Viper και τις φρεγάτες Belharra διαμορφώνει το ισχυρότερο αποτρεπτικό αποτύπωμα των τελευταίων δεκαετιών.

Όσοι υιοθετούν εύκολους καταγγελτικούς τόνους, είτε για πολιτικούς λόγους είτε επενδύοντας σε συναισθηματικές αντιδράσεις, παραβλέπουν ότι η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με συνθήματα. Ασκείται με στρατηγική, συμμαχίες και ισορροπία ισχύος.

Η ουσία δεν βρίσκεται στο αν θα γίνει μια συνάντηση, αλλά στο από ποια θέση γίνεται. Και σήμερα η Ελλάδα συνομιλεί από θέση ενισχυμένης αποτροπής και διεθνούς αξιοπιστίας. Ο διάλογος, όταν στηρίζεται σε πραγματική ισχύ, δεν είναι ένδειξη αδυναμίας αλλά αυτοπεποίθησης.

Όπως έχει τονίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, «Δεν αρκεί η ισχύς των αξιών, χρειάζεται και η αξία της ισχύος». Και αυτή η αξία καθορίζει τη σημερινή επιλογή.