Για το σκεπτικό της κυβέρνησης να απορρίψει την πρόταση της αντιπολίτευσης για προανακριτική επιτροπή σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ μίλησε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, Δημήτρης Μαρκόπουλος, στο ΕΡΤnews Radio 105,8.

Παράλληλα, τοποθετήθηκε και για το ζήτημα της εξεταστικής για τις υποκλοπές.

«Από τη στιγμή που δεν προκύπτουν στοιχεία ή έστω ενδείξεις που να δικαιολογούν προανακριτική, δεν υπήρχε βάση για να προχωρήσουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά, επικαλούμενος τη διαδικασία αξιολόγησης που προβλέπει το άρθρο 86 του Συντάγματος. Όπως είπε, οι προτάσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν τεκμηριώνουν τις κατηγορίες τους: «Το ΠΑΣΟΚ μιλά για “εγκληματική οργάνωση” χωρίς αποδείξεις, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι δεν απαιτούνται καν ισχυρές ενδείξεις. Με αυτή τη λογική, δεν μπορούν να στήνονται επιτροπές χωρίς δεδομένα, μόνο για μικροπολιτική εκμετάλλευση».

Αναφερόμενος στις περιπτώσεις Τριαντόπουλου και Καραμανλή, ο κ. Μαρκόπουλος τόνισε ότι κάθε υπόθεση έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας πως η Νέα Δημοκρατία έχει αποδείξει ότι δεν αποφεύγει δύσκολες αποφάσεις: «Δεν ισχύει ότι φοβόμαστε. Έχουμε ήδη επιτρέψει διαδικασίες που αφορούν συναδέλφους, ακόμη και με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας».

Υπογράμμισε, επίσης, την πρόσφατη υπερψήφιση 13 άρσεων ασυλίας, χαρακτηρίζοντάς τη «δύσκολη και επίπονη διαδικασία», προσθέτοντας πως «όταν δεν υπάρχουν στοιχεία, πρέπει να μπαίνει ένα όριο — δεν μπορεί η Κοινοβουλευτική Ομάδα να γίνεται “τροφή για τα λιοντάρια του λαϊκισμού”».

Για το ενδεχόμενο εξεταστικής επιτροπής σχετικά με τις υποκλοπές, κράτησε επιφυλακτική στάση: «Κάθε περίπτωση έχει τη δική της αρχιτεκτονική και θα αξιολογηθεί με βάση τα δεδομένα».

Σχετικά με τα σενάρια περί εσωκομματικής έντασης, διέψευσε κατηγορηματικά οποιαδήποτε αμφισβήτηση στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη, τονίζοντας ότι «η Νέα Δημοκρατία απέδειξε την ενότητά της και σε δύσκολες ψηφοφορίες». Όπως σημείωσε, «ο πρωθυπουργός αποτελεί το ισχυρότερο πολιτικό χαρτί της παράταξης, με ευρεία αποδοχή ακόμη και πέραν των κομματικών ορίων».

Αναφερόμενος στην κριτική για το επιτελικό κράτος, δήλωσε ότι, παρά επιμέρους ζητήματα, το συνολικό πρόσημο είναι «σαφώς θετικό». «Στις μεγάλες κρίσεις, η χώρα άντεξε. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός και σειρά πολιτικών επιτυχιών φέρουν τη σφραγίδα αυτού του μοντέλου διακυβέρνησης», σημείωσε, καταλήγοντας πως «λάθη έγιναν, αλλά ο συνολικός απολογισμός παραμένει θετικός».

Επιστρέφοντας στο θέμα των εξεταστικών, εξέφρασε προβληματισμό για τον «πληθωρισμό επιτροπών» τα τελευταία χρόνια: «Σε επτά χρόνια έχουμε ήδη επτά, ίσως και περισσότερες. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο αριθμός, αλλά η ποιότητα της διαδικασίας». Όπως υποστήριξε, σε αρκετές περιπτώσεις οι επιτροπές μετατρέπονται σε «πολιτικά σόου», με στόχο την επικοινωνιακή εκμετάλλευση και όχι την ουσιαστική διερεύνηση.

«Δώσαμε αυτό το δικαίωμα στην αντιπολίτευση και το σεβόμαστε», κατέληξε, «όμως ο τρόπος χρήσης του γεννά εύλογους προβληματισμούς. Χρειάζεται σοβαρότητα, θεσμική τάξη και όχι θεατρινισμοί χωρίς στοιχεία».